Τοιαύτη μὲν οὖν ἡ διάνοια τῶν πατέρων λεγέσθω καὶ πιστευέσθω. φέρε δὲ καὶ μετ᾽ αὐτῶν πάλιν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα πράως καὶ μετὰ συνειδήσεως ἀγαθῆς μνημονεύσαντες καὶ τῶν προειρημένων, εἰ μὴ τῷ ὄντι δείκνυνται καλῶς φρονήσαντες οἱ ἐν τῇ Νικαίᾳ συνελθόντες ἐπίσκοποι. εἰ μὲν ποίημά ἐστιν ὁ λόγος καὶ ἀλλότριος τῆς τοῦ πατρὸς οὐσίας, ὥστε καὶ χωρίζεσθαι αὐτὸν ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῷ ἑτεροφυεῖ χωρισμῷ, οὐκ ἂν εἴη ὁμοούσιος τῷ πατρί, ἀλλὰ μᾶλλον ὁμογενὴς τῇ φύσει τοῖς ποιήμασι, κἂν ὑπερβάλλῃ τῇ χάριτι· εἰ δὲ ὁμολογοῦμεν μὴ εἶναι αὐτὸν ποίημα, ἀλλὰ γνήσιον ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ πατρὸς γέννημα, ἀκόλουθον ἂν εἴη καὶ ἀχώριστον αὐτὸν εἶναι τοῦ πατρὸς ὁμοφυῆ ὄντα διὰ τὸ ἐξ αὐτοῦ γεγεννῆσθαι. τοιοῦτος δὲ ὢν εἰκότως καὶ ὁμοούσιος ἂν λέγοιτο. ἔπειτα εἰ μὴ ἐκ μετουσίας ἐστὶν ὁ υἱός, ἀλλὰ τῇ οὐσίᾳ λόγος ἐστὶ καὶ σοφία τοῦ πατρός, ἡ δὲ οὐσία αὕτη τῆς οὐσίας τῆς πατρικῆς ἐστι γέννημα καὶ ὁμοιότης αὐτῆς ὥσπερ καὶ τὸ ἀπαύγασμα τοῦ φωτός· λέγει δὲ ὁ υἱὸς «ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν» καὶ «ὁ ἐμὲ ἑωρακὼς ἑώρακε τὸν πατέρα»· πῶς δεῖ νοεῖν ταύτας τὰς φωνάς; ἢ πῶς αὐτὰς ἐκλαμβάνοντες σώσομεν τὸ ἓν εἶναι τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱόν; εἰ μὲν οὖν τῇ συμφωνίᾳ τῶν δογμάτων καὶ τῷ μὴ διαφωνεῖν πρὸς τὸν πατέρα, ὡς οἱ Ἀρειανοὶ λέγουσι, φαῦλος ὁ τοιοῦτος νοῦς.
Μετάφραση
Τέτοια λοιπόν ας λέγεται και ας πιστεύεται ότι είναι η διάνοια των πατέρων. Ας εξετάσουμε όμως το ζήτημα μαζί τους πάλι, με πραότητα και με αγαθή συνείδηση, υπενθυμίζοντας και τα προλεχθέντα, για να δούμε μήπως πράγματι αποδεικνύεται ότι ορθά φρόνησαν οι επίσκοποι που συνήλθαν στη Νίκαια. Εάν μεν ο Λόγος είναι δημιούργημα και ξένος προς την ουσία του Πατρός, ώστε και να χωρίζεται από τον Πατέρα με ετεροφυή χωρισμό, δεν θα ήταν ομοούσιος με τον Πατέρα, αλλά μάλλον θα ήταν ομογενής κατά τη φύση με τα δημιουργήματα, έστω και αν υπερέχει κατά τη χάρη· εάν όμως ομολογούμε ότι δεν είναι δημιούργημα, αλλά γνήσιο γέννημα από την ουσία του Πατρός, ως λογικό ακόλουθο θα ήταν και αχώριστος από τον Πατέρα, όντας ομοφυής εξαιτίας του ότι γεννήθηκε από Αυτόν. Και εφόσον είναι τέτοιος, ευλόγως θα ονομαζόταν και ομοούσιος. Έπειτα, εάν ο Υιός δεν υπάρχει εκ μετουσίας, αλλά είναι κατά την ουσία Λόγος και Σοφία του Πατρός, και αυτή η ουσία είναι γέννημα της πατρικής ουσίας και ομοιότητά της, όπως ακριβώς και το απαύγασμα του φωτός· και εφόσον ο Υιός λέει «εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα» και «εκείνος που έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα»· πώς πρέπει να νοηθούν αυτά τα λόγια; Ή πώς, εκλαμβάνοντάς τα, θα διασώσουμε το ότι ο Πατέρας και ο Υιός είναι ένα; Εάν λοιπόν τούτο οφείλεται στη συμφωνία των δογμάτων και στο ότι δεν διαφωνεί προς τον Πατέρα, όπως λένε οι Αρειανοί, μια τέτοια κατανόηση είναι φαύλη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες