Ἀλλ’ ἀναλαμβάνω πάλιν τὸν λόγον, εἰ καὶ μυριάκις φαίνομαι τοῦτον λαλήσας τὸν λόγον. Εὑρίσκομεν τοίνυν πνευματικῶς ἐν τῇ θείᾳ γραφῇ ψυχὴν ἐν τῷ θεῷ λόγῳ· λέγει γὰρ ἐν τῷ νόμῳ πρὸς Ἰουδαίους ὅτι Τὰς ἑορτὰς καὶ τὰ σάββατα ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου. Καὶ εὑρίσκομεν αὐτὸν ὀνομαζόμενον νοῦν· Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν κυρίου; Εὑρίσκομεν αὐτὸν πνεῦμα· Πνεῦμα γὰρ ὁ θεός. Εὑρίσκομεν αὐτὸν λόγον ὡς θεὸν λόγον. Εὑρίσκομεν αὐτὸν ζωήν· Ἐγώ εἰμι ἡ ζωή. Εὑρίσκομεν αὐτὸν στόμα λαλοῦν· Τὸ γὰρ στόμα κυρίου ἐλάλησε ταῦτα. Εὑρίσκομεν αὐτοῦ καρδίαν, λογισμούς, εὑρίσκομεν αὐτοῦ ὀφθαλμοὺς ὁρῶντας. Εἰ τοίνυν οὐ κατ’ ἐνέργειαν καὶ θέλησιν τῆς νοερᾶς αὐτοῦ ψυχῆς ἤθελε ζωοποιεῖσθαι καὶ διοικεῖσθαι τὸ πανάγιον αὐτοῦ σῶμα ὁ θεὸς λόγος, πῶς ἔχων ἔνδον ἀχώριστον θείαν ψυχὴν τοῦ θεοῦ λόγου, ἣν ἡ Παλαιὰ εἴρηκεν, οὐκ ἦν ἔμψυχον, ἀλλὰ νεκρὸν ἔκειτο; Καὶ γὰρ δυνατωτέρα καὶ ζωοποιοτέρα ἡ θεία ψυχὴ ὑπὲρ τὴν ἀνθρώπων ψυχήν. Πῶς ἔχων τὸν θεῖον νοῦν ἔνδον, οὐκ εἶχεν ὡς τὸ πρὶν διανοήσεις; Πῶς ἔχων τὴν πηγὴν τῆς ζωῆς, οὐκ εἶχε ζωήν; Τίς ἐκώλυσε τὸν ἐν σώματι θεὸν λόγον λαλῆσαι ἐν τῷ τάφῳ λόγον; Πῶς τὸ θεῖον πνεῦμα οὐκ ἀνέπνει διὰ τῶν ῥινῶν πνεῦμα; Πῶς τὸ στόμα κυρίου οὐκ ἤνοιγε τὸ τοῦ σώματος αὐτοῦ στόμα; Πῶς οἱ ὀφθαλμοὶ κυρίου οὐκ ἐφώτιζον οὐδὲ ἔβλεπον τοῖς τοῦ σώματος ὀφθαλμοῖς; Πῶς ἡ δεξιὰ κυρίου ἡ ἀεικίνητος οὐκ ἐκίνει τὴν οἰκείαν δεξιὰν τῆς σαρκός; Πῶς οἱ λογισμοὶ τῆς καρδίας τοῦ θεοῦ οὐκ εἶχον σαρκὶ καρδίας λογισμούς; Λείπεται τοίνυν τοῖς αἱρετικοῖς ἓν ἐκ τῶν ὁποτέρων εἰπεῖν, ἢ ὅτι οὐκ ἦν ἐν τῷ τάφῳ ἐν τῷ νεκρῷ αὐτοῦ σώματι ὁ θεὸς λόγος, ἢ ὅτι οὐκ ἀνεῖλε τὴν ζωοποιὸν θέλησιν καὶ ἐνέργειαν τὴν θεό<σ>δοτον τῆς νοερᾶς αὐτοῦ ψυχῆς.
Μετάφραση
Αλλ’ επανέρχομαι πάλι στον λόγο, έστω κι αν φαίνομαι να έχω μιλήσει γι’ αυτόν τον λόγο μυριάκις. Βρίσκουμε λοιπόν πνευματικά στη θεία Γραφή ψυχή στον Θεό Λόγο· διότι λέγει στον Νόμο προς τους Ιουδαίους ότι «Τις εορτές σας και τα σάββατά σας τα μισεί η ψυχή μου». Και τον βρίσκουμε να ονομάζεται νους· «Ποιος γνώρισε νου Κυρίου;». Τον βρίσκουμε πνεύμα· «Πνεύμα γαρ ο Θεός». Τον βρίσκουμε λόγο, ως Θεό Λόγο. Τον βρίσκουμε ζωή· «Εγώ ειμι η ζωή». Τον βρίσκουμε και στόμα που λαλεί· «Διότι το στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα». Βρίσκουμε σ’ αυτόν καρδιά, λογισμούς, βρίσκουμε και τα μάτια του να βλέπουν. Εάν λοιπόν ο Θεός Λόγος δεν ήθελε το πανάγιο σώμα του να ζωοποιείται και να διοικείται με την ενέργεια και τη θέληση της νοερής του ψυχής, πώς, ενώ είχε μέσα του αχώριστη τη θεία ψυχή του Θεού Λόγου, την οποία ανέφερε η Παλαιά Διαθήκη, δεν ήταν έμψυχο, αλλά κειτόταν νεκρό; Διότι η θεία ψυχή είναι και ισχυρότερη και ζωοποιότερη από την ψυχή των ανθρώπων. Πώς, ενώ είχε μέσα του τον θείο νου, δεν είχε, όπως πριν, διανοήσεις; Πώς, ενώ είχε την πηγή της ζωής, δεν είχε ζωή; Ποιος εμπόδισε τον Θεό Λόγο, που ήταν μέσα στο σώμα, να λαλήσει λόγο μέσα στον τάφο; Πώς το θείο πνεύμα δεν ανέπνεε πνοή διά των ρινών; Πώς το στόμα του Κυρίου δεν άνοιγε το στόμα του σώματός του; Πώς τα μάτια του Κυρίου δεν φώτιζαν ούτε έβλεπαν με τα μάτια του σώματος; Πώς η δεξιά του Κυρίου, η αεικίνητη, δεν κινούσε τη δική του δεξιά χείρα της σάρκας; Πώς οι λογισμοί της καρδιάς του Θεού δεν είχαν λογισμούς στην καρδιά της σάρκας; Απομένει λοιπόν στους αιρετικούς να πουν το ένα από τα δύο: ή ότι ο Θεός Λόγος δεν ήταν μέσα στον τάφο, μέσα στο νεκρό του σώμα, ή ότι δεν ανέστειλε τη ζωοποιό θέληση και τη θεόδοτη ενέργεια της νοερής του ψυχής.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Κεφάλαιον δι’ οὖ ἐλέγχονται οἱ δι’ ἐναντίας μίαν ἁπλῆν φύσιν ὁμολογοῦντες ἐν Χριστῷ ὡς οἱ Μάνεντος νόμοι.}