Τῶν μὲν οὖν τοιούτων ῥητῶν τοιοῦτος ὁ νοῦς· περὶ δὲ τῶν ἀνθρωπίνως λεγομένων περὶ τοῦ Σωτῆρος, καὶ ταῦτα πάλιν εὐσεβῆ τὴν διάνοιαν ἔχει. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ προεξητάσαμεν τὰ τοιαῦτα, ἵνα, ἐὰν ἀκούσωμεν ἐπερωτῶντος αὐτοῦ, ποῦ Λάζαρος κεῖται, καὶ ὅταν εἰς τὰ μέρη Καισαρείας ἐλθὼν πυνθάνεται, Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι· καὶ, Πόσους ἔχετε ἄρτους· καὶ, Τί θέλετε ἵνα ποιήσω ὑμῖν· γινώσκωμεν ἐκ τῶν προειρημένων τὴν ὀρθὴν τῶν ῥητῶν διάνοιαν, καὶ μὴ σκανδαλιζώμεθα κατὰ τοὺς χριστομάχους Ἀρειανούς. Πρῶτον μὲν οὖν τοῖς ἀσεβοῦσι τοῦτο ῥητέον, πόθεν νομίζουσιν ἀγνοεῖν αὐτόν; Οὐ γὰρ ὁ ἐπερωτῶν πάντως καὶ ἀγνοῶν ἐπερωτᾷ· ἀλλ᾽ ἔξεστι τὸν εἰδότα καὶ ἐρωτᾷν, περὶ ὧν ἐπίσταται. Ἀμέλει καὶ ὁ Ἰωάννης ἐπερωτῶντα τὸν Χριστὸν, Πόσους ἄρτους ἔχετε, οἶδε μὴ ἀγνοοῦντα, ἀλλὰ γινώσκοντα· φησὶ γὰρ, Τοῦτο δὲ ἔλεγε πειράζων τὸν Φίλιππον· αὐτὸς γὰρ ᾔδει, τί ἔμελλε ποιεῖν. Εἰ δὲ ᾔδει ὅπερ ἐποίει, οὐκ ἄρα ἀγνοῶν, ἀλλὰ γινώσκων ἐπερωτᾷ. Ἀπὸ δὲ τούτου καὶ τὰ ὅμοια νοεῖν ἔξεστιν, ὅτι, ὅταν ἐρωτᾷ ὁ Κύριος, οὐκ ἀγνοῶν, ποῦ Λάζαρος κεῖται, οὐδὲ τίνα λέγουσιν αὐτὸν εἶναι οἱ ἄνθρωποι, ἐπερωτᾷ, ἀλλὰ γινώσκων ὅπερ ἠρώτα αὐτὸς, εἰδὼς τί μέλλει ποιεῖν· καὶ ταχέως μὲν αὐτῶν οὕτω τὸ σοφὸν ἐκβάλλεται.
Μετάφραση
Αυτών μεν λοιπόν των ρητών τέτοιο είναι το νόημα· σχετικά δε με όσα λέγονται με ανθρώπινο τρόπο για τον Σωτήρα, και αυτά πάλι έχουν ευσεβή έννοια. Διότι γι' αυτόν τον λόγο εξετάσαμε εκ των προτέρων τέτοια ζητήματα, ώστε, εάν τον ακούσουμε να ρωτά πού κείτεται ο Λάζαρος, και όταν, πηγαίνοντας στα μέρη της Καισαρείας, ρωτά: «Ποιος λένε οι άνθρωποι ότι είμαι;», και «Πόσους άρτους έχετε;», και «Τι θέλετε να σας κάνω;», να κατανοούμε από τα προηγούμενα την ορθή έννοια των ρητών και να μην σκανδαλιζόμαστε όπως οι χριστομάχοι Αρειανοί. Πρώτα απ' όλα, λοιπόν, πρέπει να θέσουμε τούτο το ερώτημα στους ασεβείς: από πού συμπεραίνουν ότι αυτός έχει άγνοια; Διότι αυτός που ρωτά δεν ρωτά πάντοτε από άγνοια, αλλά είναι δυνατόν εκείνος που γνωρίζει να ρωτά για πράγματα που ήδη ξέρει. Εξάλλου, και ο Ιωάννης, όταν ο Χριστός ρωτά: «Πόσους άρτους έχετε;», αντιλαμβάνεται ότι δεν ρωτά από άγνοια, αλλά εν γνώσει του. Διότι λέει: «Αυτό το έλεγε για να δοκιμάσει τον Φίλιππο, διότι ο ίδιος γνώριζε τι επρόκειτο να κάνει». Εάν λοιπόν γνώριζε τι έπραττε, άρα δεν ρωτά επειδή αγνοεί, αλλά επειδή γνωρίζει. Βάσει αυτού, είναι δυνατόν να κατανοήσουμε και τα παρόμοια περιστατικά, ότι δηλαδή, όταν ρωτά ο Κύριος, δεν ρωτά επειδή αγνοεί πού κείτεται ο Λάζαρος, ούτε επειδή αγνοεί ποιος λένε οι άνθρωποι ότι είναι, αλλά ρωτά γνωρίζοντας ο ίδιος το αντικείμενο της ερώτησης, εφόσον ήξερε τι επρόκειτο να κάνει. Και με αυτόν τον τρόπο, καταρρίπτεται ταχέως η δήθεν σοφία τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες