Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; Λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς. Ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι· Ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν. Τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· Οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι, ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ;» Εἰς δάκρυα μὲν ἡ φύσις ἐκινεῖτο, καὶ συνεχεῖτο διὰ τὴν Μαρίαν κλαίουσαν καὶ αὐτήν, καὶ τοὺς συνελθόντας. Ὁ δὲ Κύριος ἐμβριμᾶται τῷ πάθει ἐν τῷ πνεύματι, τουτέστιν, ἐπιτιμᾷ διὰ τοῦ πνεύματος τῇ συγχύσει, καὶ ἐπέχει ταύτην, καὶ οὕτως ἐρωτᾷ, ὥστε μὴ μετὰ ὀλοφυρμοῦ γενέσθαι τὴν ἐρώτησιν.
Μετάφραση
Πού τον θέσατε; Του λένε: Κύριε, έλα και δες. Ο Ιησούς δάκρυσε. Έλεγαν λοιπόν οι Ιουδαίοι: Δες πόσο τον αγαπούσε. Μερικοί όμως από αυτούς είπαν: Δεν μπορούσε αυτός, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού, να κάνει κάτι ώστε να μην πεθάνει και αυτός; Η ανθρώπινη φύση του βέβαια κινούνταν σε δάκρυα, και ταραζόταν εξαιτίας της Μαρίας που έκλαιγε, καθώς και εκείνων που είχαν συγκεντρωθεί. Ο Κύριος όμως επιτιμά το πάθος στο πνεύμα του, δηλαδή επιτιμά την ταραχή μέσω του πνεύματος και τη συγκρατεί, και έτσι ρωτά, ώστε η ερώτηση να μη γίνει με θρήνο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες