Ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου.〉 Θαυμαστὸς γέγονε μεταβολῆς τρόπος· οἱ ἄθεοι ἔνθεοι, οἱ πολύθεοι φιλόθεοι, οἱ εἰδωλολάτραι θεολάτραι, οἱ λίθων προσκυνηταὶ τῆς πέτρας ὁμολογηταί· 〈Ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός. Ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ.〉 Ὀνομαζόμενος γὰρ μόνον μετὰ πίστεως, πάντα γίνεται τῷ ὀνομάζοντι. Καὶ οὐ χρεία λόγων, αὐτὰ τὰ ἔργα βοᾷ. [Διὰ τί δὲ τοῦτο λέγομεν, δέσποτα; Ἵνα καὶ ἡμεῖς ἀληθεύσωμεν καὶ τὸν κόσμον διδάξωμεν 〈ὅτι ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν.〉 Καὶ ποία μεγαλοπρέπεια; Ἡ μεγάλη τῶν θαυμάτων καὶ τῶν λόγων εὐπρέπεια. Λεπρὸς ὡς ὄφις δορὰν ἀποδύεται τὸ πάθος, παράλυτος τῇ ῥαφίδι τοῦ λόγου σου ῥάπτεται, πηλῷ ὀμματοῖς τυφλόν, φωνῇ ἐγείρεις νεκρόν, χειρὶ ἀνορθοῖς κωφόν, ποδὶ πατεῖς τὸν βυθόν, λόγῳ κοιμίζεις θάλασσαν καὶ λόγῳ ἐξυπνίζεις Λάζαρον]. 〈Λάζαρε, δεῦρο ἔξω,〉 καὶ ὁ ἐν τάφῳ νεκρὸς ἐξῆλθεν ὡς ἐκ θησαυροῦ ἄνεμος. Ὁ γὰρ 〈ἐξάγων ἀνέμους ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ〉 καὶ τοῦτον ἐξήγαγεν, ἵνα καὶ αὐτὸς εἴπῃ ἀναστὰς ἀπὸ γῆς νεκρῶν· 〈Ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ. Ὅτι ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν.〉 Ποίων οὐρανῶν;
Μετάφραση
«Πόσο θαυμαστό είναι το όνομά σου.» Θαυμαστός έγινε ο τρόπος της μεταβολής: οι άθεοι έγιναν ένθεοι, οι πολυθεϊστές φιλόθεοι, οι ειδωλολάτρες θεολάτρες, οι προσκυνητές των λίθων ομολογητές της Πέτρας. «Διότι έπιναν από την πνευματική πέτρα που τους ακολουθούσε, και η πέτρα ήταν ο Χριστός. Πόσο θαυμαστό είναι το όνομά σου σε όλη τη γη.» Διότι, όταν μόνο ονομάζεται με πίστη, τα πάντα γίνονται για εκείνον που το ονομάζει. Και δεν υπάρχει ανάγκη από λόγια, τα ίδια τα έργα βοούν. [Γιατί όμως το λέμε αυτό, Δέσποτα; Για να πούμε και εμείς την αλήθεια και να διδάξουμε τον κόσμο «ότι υψώθηκε η μεγαλοπρέπειά σου υπεράνω των ουρανών.» Και ποια μεγαλοπρέπεια; Η μεγάλη ευπρέπεια των θαυμάτων και των λόγων. Ο λεπρός απεκδύεται το πάθος σαν φίδι το δέρμα του, ο παράλυτος ράβεται με τη βελόνα του λόγου σου, με πηλό δίνεις μάτια σε τυφλό, με τη φωνή εγείρεις νεκρό, με το χέρι ανορθώνεις κουφό, με το πόδι πατάς τον βυθό, με τον λόγο κοιμίζεις τη θάλασσα και με τον λόγο ξυπνάς τον Λάζαρο]. «Λάζαρε, έλα έξω», και ο νεκρός που ήταν στον τάφο βγήκε σαν άνεμος από θησαυροφυλάκιο. Διότι εκείνος που «εξάγει ανέμους από τους θησαυρούς του» έβγαλε και τούτον, ώστε να πει και αυτός, αφού αναστήθηκε από τη γη των νεκρών: «Πόσο θαυμαστό είναι το όνομά σου σε όλη τη γη. Διότι υψώθηκε η μεγαλοπρέπειά σου υπεράνω των ουρανών.» Ποιων ουρανών;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες