Πότε δὲ προσηύξατο; νῦν λάμβανε, ἀγαπητέ, τὴν πρὸ βραχέως ζητουμένην παρὰ σοῦ λύσιν τοῦ ῥητοῦ· ὅτε γὰρ ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι, τότε προσηύξατο. “καὶ ταῦτα εἰπὼν ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ λέγων, Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας κειρίαις„. ὦ φωνῆς δύναμις ᾅδην διαρρήξασα, πύλας χαλκᾶς συντρίψασα, μοχλοὺς σιδηροῦς συνθλάσασα, διάβολον καταστρώσασα, θάνατον καταργήσασα, νεκρὸν ἀνεγείρασα· ὦ φωνῆς δύναμις, τὰ διεστῶτα μέλη εἰς ἓν συναγαγοῦσα καὶ ἀνορθοῦσα, καὶ τὸ ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παραγαγοῦσα· ὦ φωνῆς δύναμις, τὸν τετραήμερον νεκρὸν ὡς ἐξ ὕπνου ἐγείρουσα καὶ τὸν “κειρίαις δεδεμένον„ ὡς εὔλυτον καὶ ὀξυδρομέα τοῦ τάφου προαγαγοῦσα· ἐπίστησον, ἀγαπητέ, τὸν νοῦν σου τῇ φωνῇ, καὶ εὑρήσεις αὐτὸν τὸν λόγον τὸν λέγοντα ἐν τῇ κοσμοποιΐᾳ “γενηθήτω φῶς, καὶ ἐγένετο φῶς· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ„, καὶ ἐγένοντο, τὸν αὐτὸν καὶ νῦν λέγοντα “Λάζαρε, δεῦρο ἔξω„. καὶ οἱ ἀπορρεύσαντες ἰχῶρες τῶν σαρκῶν τὰς κοτύλας πάλιν ἀνεπλήρουν, καὶ αἱ ἀποπεσοῦσαι τρίχες τὴν οἰκείαν τάξιν ἐπεγίνωσκον, καὶ ἐν τοῖς μέλεσι κατεφυτεύοντο. “Λάζαρε δεῦρο ἔξω„· καὶ ὁ νεκρὸς ἀνίστατο, καὶ τεταρταῖος ἴσος ἦν τῷ μήτε τὴν ἀρχὴν τεθνεῶτι. “
Μετάφραση
Πότε όμως προσευχήθηκε; Τώρα λάβε, αγαπητέ, τη λύση του ρητού που πριν από λίγο αναζητούσες· διότι όταν συγκλονίστηκε βαθιά στο πνεύμα του, τότε προσευχήθηκε. «Και αφού είπε αυτά, έκραξε με μεγάλη φωνή λέγοντας: Λάζαρε, έλα έξω. Και αμέσως βγήκε έξω ο νεκρός, δεμένος στα χέρια και στα πόδια με σάβανα». Ω δύναμη φωνής, που διέρρηξε τον άδη, που συνέτριψε χάλκινες πύλες, που έθραυσε σιδερένιους μοχλούς, που κατέβαλε τον διάβολο, που κατήργησε τον θάνατο, που ανέστησε νεκρό· ω δύναμη φωνής, που συγκέντρωσε σε ένα και ανόρθωσε τα διαχωρισμένα μέλη, και που έφερε το ανύπαρκτο στην ύπαρξη· ω δύναμη φωνής, που εγείρει τον τετραήμερο νεκρό σαν από ύπνο και βγάζει από τον τάφο αυτόν που ήταν «δεμένος με σάβανα» σαν να ήταν λυτός και γοργοπόδαρος· προσήλωσε, αγαπητέ, τον νου σου στη φωνή, και θα βρεις ότι ο ίδιος ο Λόγος, που έλεγε κατά τη δημιουργία του κόσμου «ας γίνει φως, και έγινε φως· ας γίνουν φωστήρες στο στερέωμα του ουρανού», και έγιναν, είναι ο ίδιος που λέει και τώρα «Λάζαρε, έλα έξω». Και τα υγρά των σαρκών που είχαν ρεύσει αναπλήρωναν πάλι τις κοιλότητες των αρθρώσεων, και οι τρίχες που είχαν πέσει αναγνώριζαν την οικεία τους θέση και φυτεύονταν ξανά στα μέλη. «Λάζαρε, έλα έξω»· και ο νεκρός ανιστάτο, και αν και τετραήμερος, ήταν όμοιος με εκείνον που δεν είχε πεθάνει ποτέ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες