βʹ. Ταῦτα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τὰ ἀσθενήματα. Ἀλλ᾽ οὐκ ἔχω τί εἴπω, φησὶν, ἀπαλλαγὴν αἰτούμενος. Διὰ γὰρ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην· ὡσανεὶ ἔλεγε· Κἂν θορυβώμεθα, κἂν ταραττώμεθα, μὴ φεύγωμεν θάνατον· ἐπεὶ κἀγὼ νῦν ταραττόμενος, οὐ λέγω ὥστε φυγεῖν· δεῖ γὰρ φέρειν τὸ ἐπιόν. Οὐ λέγω, Ἀπάλλαξόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης· ἀλλὰ τί;
Μετάφραση
βʹ. Αυτές είναι οι αδυναμίες της ανθρώπινης φύσεως. Αλλά δεν έχω τι να πω, λέγει, ζητώντας απαλλαγή. Διότι γι' αυτό ήλθα σε τούτη την ώρα· σαν να έλεγε: Ακόμη και αν θορυβούμαστε, ακόμη και αν ταρασσόμαστε, ας μην αποφεύγουμε τον θάνατο· επειδή και εγώ τώρα που ταράσσομαι, δεν μιλώ με σκοπό να διαφύγω· διότι πρέπει να υπομένουμε αυτό που επέρχεται. Δεν λέγω, Απάλλαξέ με από την ώρα τούτη· αλλά τι;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες