Οὗτος δὴ οὖν ὁ ἱεροφάντης χορὸς Μακεδόνιόν τινα, τὸν Κωνσταντινουπόλεως θρόνον ἅρπαγμα πάλαι ποιησάμενον, ὅτι τὸ πανάγιον καὶ ζωαρχικὸν ἐδυσφήμει πνεῦμα, εὐθύνας ἐδικαίου δοῦναι. ὡς γὰρ Ἄρειος κατὰ τοῦ υἱοῦ, οὕτω καὶ αὐτὸς κατὰ τοῦ παναγίου παραταττόμενος πνεύματος, εἰς δούλους καὶ ὑπηρέτας τὴν δεσποτικὴν καὶ ὑπερκειμένην αὐτοῦ συνέταττεν κυριότητα. καίτοι ῥᾷον ἦν, εἴπερ ἐβούλετο, τῷ ἀθλίῳ συνορᾶν ὅτι, καθάπερ οἱ τὸν υἱὸν εἰς κτίσμα τάττοντες τὴν ὕβριν οὐδὲν ἧττον προσάπτουσιν τῷ πατρί, οὕτως καὶ οἱ τὸ πανάγιον αὐτοῦ πνεῦμα τοῖς ποιήμασιν ἐναριθμοῦντες τὴν ἴσην καὶ ὁμοίαν βλασφημίαν ἀφιᾶσιν κατ’ αὐτοῦ. εἰ γὰρ τὸ πνεῦμα κτίσμα, κἀκεῖνος οὗ τὸ πνεῦμα μετὰ τῶν κτισμάτων. εἰ δὲ καὶ ἀκοαῖς ἀφόρητον ἡ τῆς ἀθεότητος ταύτης ὑπερβολή, πῶς οὐ συνῆκεν ὁ ταλαίπωρος ἐκεῖνο φυγεῖν δι’ οὗ πρὸς τούτους ἀνάγκη πεσεῖν τοὺς θεομάχους λογισμούς; ἀθετεῖς τὸ πνεῦμα εἶναι θεόν; πῶς ‘ἐρευνᾷ καὶ τὰ βάθη τοῦ θεοῦ’ καὶ οὐδὲν τῶν τοῦ θεοῦ κρύφιον ἀπ’ αὐτοῦ; πῶς ἐστιν ‘ἄλλος παράκλητος’; πῶς συντάττεται πατρὶ καὶ υἱῷ; ‘πορευθέντες’ γὰρ αὐτός φησιν ὁ υἱός, ‘μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος’. εἰ ἕν τι τῶν τριῶν κτίσμα ἐν οἷς φωτιζόμεθα, οὐδὲ τὰ λοιπὰ καθαρεύσει τῆς ὕβρεως. ἀλλ’ εἰ κτίσμα, πῶς κτίζει; πῶς ἁγιάζει; πῶς ζωοποιεῖ;
Μετάφραση
Αυτός λοιπόν ο χορός των ιεροφαντών έκρινε δίκαιο να ζητήσει ευθύνες από κάποιον Μακεδόνιο, ο οποίος παλαιότερα είχε αρπάξει τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, επειδή δυσφημούσε το πανάγιο και ζωαρχικό Πνεύμα. Διότι, όπως ο Άρειος παρατάχθηκε κατά του Υιού, έτσι και αυτός, παρατασσόμενος κατά του Παναγίου Πνεύματος, κατέτασσε τη δεσποτική και υπερκείμενη κυριότητά του μεταξύ των δούλων και των υπηρετών. Αν και θα ήταν ευκολότερο για τον άθλιο, αν το ήθελε, να αντιληφθεί ότι, όπως ακριβώς εκείνοι που κατατάσσουν τον Υιό στα κτίσματα προσάπτουν την ύβρη εξίσου στον Πατέρα, έτσι και εκείνοι που συγκαταλέγουν το πανάγιο Πνεύμα του στα δημιουργήματα εξαπολύουν την ίση και όμοια βλασφημία εναντίον Του. Διότι, αν το Πνεύμα είναι κτίσμα, τότε και εκείνος του οποίου είναι το Πνεύμα συγκαταλέγεται με τα κτίσματα. Αν όμως η υπερβολή αυτής της αθεΐας είναι αφόρητη και μόνο στο άκουσμά της, πώς δεν κατάλαβε ο ταλαίπωρος να αποφύγει εκείνο που κατ' ανάγκην οδηγεί στην πτώση σε αυτούς τους θεομάχους λογισμούς; Αθετείς ότι το Πνεύμα είναι Θεός; Πώς τότε «ερευνά και τα βάθη του Θεού» και τίποτα από τα κρυφά του Θεού δεν είναι κρυφό από αυτό; Πώς είναι «άλλος Παράκλητος»; Πώς συντάσσεται με τον Πατέρα και τον Υιό; Διότι λέει ο ίδιος ο Υιός: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Αν κάποιο από τα τρία, στο όνομα των οποίων φωτιζόμαστε, είναι κτίσμα, τότε ούτε τα υπόλοιπα θα μείνουν καθαρά από την ύβρη. Αλλά αν είναι κτίσμα, πώς κτίζει; Πώς αγιάζει; Πώς ζωοποιεί;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες