Ἄρ. εἶπε· Πῶς οὖν ὁ Κύριος λέγει· «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινὴ, καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι;» Μὴ δύναται ἄμπελος καὶ γεωργὸς εἶναι ὁμοούσια; Ἀθ. εἶπε· Μὴ ἀκρωτηρίαζε τὴν Κυριακὴν φωνήν· ἀλλ᾽, ὡς κεῖται, ἀνάγνωθι. «Ἐγώ εἰμι,» φησὶν ὁ Κύριος, «ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινὴ, ὑμεῖς τὰ κλήματα, ὁ Πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστιν.» Εἰπέ μοι οὖν· εἰ ὁ Υἱὸς ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ παραδείγματος τῆς ἀμπέλου καὶ τοῦ γεωργοῦ, ἆρα τοῖς ἀνθρώποις ὁμοούσιον αὐτὸν φῄς; Ἄρ. εἶπε· Μὴ γένοιτο! Ἀθ. εἶπε· Πραέως ἄκουσον, καὶ πρὸς ταῦτα ἀπόδος μοι λόγον· Ἡ ἄμπελος καὶ τὰ κλήματα ὁμοούσια τυγχάνει, ναὶ ἢ οὔ; Ἄρ. εἶπεν· Ἀραρότως ταῦτα οὕτως ἔχει. Ἀξιῶ συντόμως καὶ τῇ τούτου κεφαλαίου σαφηνείᾳ ἐν τάχει πέρας ἐπιθεῖναι θέλησον, ὅπως κἀμὲ ποιήσῃς τοιοῦτον, οἷος καὶ σὺ τυγχάνεις. Ἀθ. εἶπεν· Ἐὰν μὴ πρότερον ὅνπερ ἐπερωτῶ ἀποδῷς μοι λόγον, οὐ μὴ λάβῃς τὸ αἴτημα.
Μετάφραση
Ο Άρειος είπε: Πώς λοιπόν ο Κύριος λέγει: «Εγώ είμαι η άμπελος η αληθινή, και ο Πατέρας μου είναι ο γεωργός;» Είναι δυνατόν η άμπελος και ο γεωργός να είναι ομοούσια; Ο Αθανάσιος είπε: Μην ακρωτηριάζεις τον λόγο του Κυρίου, αλλά διάβασέ τον όπως είναι γραμμένος. «Εγώ είμαι», λέει ο Κύριος, «η άμπελος η αληθινή, εσείς τα κλήματα, ο Πατέρας μου είναι ο γεωργός». Πες μου, λοιπόν: αν ο Υιός δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα με βάση το παράδειγμα της αμπέλου και του γεωργού, άραγε ισχυρίζεσαι ότι είναι ομοούσιος με τους ανθρώπους; Ο Άρειος είπε: Μη γένοιτο! Ο Αθανάσιος είπε: Άκουσε με πραότητα, και δώσε μου απάντηση σε αυτό: Η άμπελος και τα κλήματα τυγχάνουν ομοούσια, ναι ή όχι; Ο Άρειος είπε: Αναντίρρητα, έτσι έχουν τα πράγματα. Σε παρακαλώ, θέλησε με συντομία και με τη σαφήνεια αυτού του ζητήματος να δώσεις γρήγορα ένα τέλος, ώστε να κάνεις και εμένα όμοιον με εσένα. Ο Αθανάσιος είπε: Εάν δεν μου δώσεις πρώτα απάντηση σε αυτό που σε ρωτώ, δεν πρόκειται να λάβεις αυτό που ζητάς.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες