Μακεδ. Οὐκοῦν καὶ Θεός ἐστι τὸ Πνεῦμα; Ὀρθ. Τοῦτο καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας ὡμολόγησας. Ἐκεῖνο δὲ γίνωσκε, ὅτι τὸ Θεὸν εἶναι δεύτερόν ἐστι τῆς φύσεως. Καὶ γὰρ ἡμεῖς, ἐὰν μιμηταὶ γενώμεθα τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸν Παῦλον θεοὶ μὲν γινόμεθα· τῆς δὲ αὐτῆς φύσεως γενέσθαι οὐ δυνάμεθα. Μακεδ. Καὶ αὐτὸ οὖν τὸ Πνεῦμα κατὰ μίμησιν καὶ χάριν λέγεις εἶναι Θεόν; Ὀρθ. Μὴ γένοιτό μοι ἐπίκτητόν τι εἰπεῖν ἐπὶ τοῦ Πνεύματος! οὔτε γὰρ τὸ ἅγιον, οὔτε τὸ ἀθάνατον, οὔτε τὸ ἀγαθὸν, οὔτε ἄλλο τι τῶν περὶ τὸν Θεὸν θεωρουμένων λέγω εἶναι ἐπίκτητον τῷ ἁγίῳ Πνεύματι· ἀλλὰ φύσει ἅγιον, φύσει ἀγαθὸν, φύσει ἄφθαρτον, φύσει ἀθάνατον, ὡς Πνεῦμα Θεοῦ καὶ ἐξ αὐτοῦ πηγάζον, ἤτοι ἐκπορευόμενον. Μακεδ. Ἀεὶ οὖν ἐκπορεύεται παρ᾽ αὐτοῦ; Ὀρθ. Ἵνα μὴ νομίσῃς, ὅτι ἤρξατο τοῦ ἐκπορεύεσθαι καὶ πέπαυται, διὰ τοῦτο εἴρηται· Ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται· ἵνα μήτε ἀρχὴν, μήτε τέλος ἐπιζητήσῃς τῆς ἐκπορεύσεως.
Μετάφραση
Μακεδ. Επομένως και το Πνεύμα είναι Θεός; Ορθ. Αυτό και εσύ ο ίδιος το ομολόγησες από την ίδια τη λογική ακολουθία. Εκείνο όμως πρέπει να γνωρίζεις, ότι το να είναι κανείς Θεός έπεται της φύσεως. Διότι και εμείς, εάν γίνουμε μιμητές του Θεού, σύμφωνα με τον Παύλο γινόμαστε μεν θεοί· της ίδιας όμως φύσεως δεν μπορούμε να γίνουμε. Μακεδ. Λες λοιπόν ότι και το ίδιο το Πνεύμα είναι Θεός κατά μίμηση και κατά χάριν; Ορθ. Μη γένοιτο να πω εγώ ότι υπάρχει κάτι το επίκτητο στο Πνεύμα! Διότι ούτε την αγιότητα, ούτε την αθανασία, ούτε την αγαθότητα, ούτε οτιδήποτε άλλο από όσα θεωρούνται ιδιώματα του Θεού λέω ότι είναι επίκτητο στο Άγιο Πνεύμα· αλλά είναι εκ φύσεως άγιο, εκ φύσεως αγαθό, εκ φύσεως άφθαρτο, εκ φύσεως αθάνατο, ως Πνεύμα του Θεού που πηγάζει από Αυτόν, δηλαδή που εκπορεύεται. Μακεδ. Πάντοτε λοιπόν εκπορεύεται από Αυτόν; Ορθ. Για να μη νομίσεις ότι άρχισε κάποτε να εκπορεύεται και έχει παύσει, γι' αυτό έχει ειπωθεί: «Το οποίο παρά του Πατρός εκπορεύεται»· ώστε να μην αναζητήσεις ούτε αρχή, ούτε τέλος στην εκπόρευση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες