καὶ αὖθις μικρὸν ὑποβάς· ‘ὁ μὲν οὖν κύριος, καίτοι θεὸς ὢν καὶ ὄντως λόγος τοῦ πατρός, καὶ εἰδὼς τὸν μετρηθέντα δι’ αὐτοῦ καιρὸν καὶ γινώσκων ὃν αὐτὸς ὥρισεν καὶ τῷ ἰδίῳ σώματι χρόνον εἰς τὸ παθεῖν, ἐπειδὴ καὶ δι’ ἡμᾶς ἄνθρωπος γέγονεν, τὰς μὲν πρὸ τοῦ τὸν χρόνον ἐλθεῖν ἡμέρας καὶ αὐτός, ὡς ἡμεῖς, ἐκρύπτετο ζητούμενος, διωκόμενος δὲ ἔφευγεν καὶ τὰς ἐπιβουλὰς ἐκκλίνων οὕτως διήρχετο καὶ διὰ μέσου αὐτῶν ἐπορεύετο· ὅτε δὲ καὶ τὸν ὁρισθέντα παρ’ αὐτοῦ καιρὸν ἤγαγεν καὶ αὐτός, ἐν ᾧ καὶ παθεῖν σωματικῶς ὑπὲρ πάντων ἤθελεν, τοῦτον μὲν προσφωνεῖ τῷ πατρὶ λέγων, “πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, δόξασόν σου τὸν υἱόν”, οὐκέτι δὲ λοιπὸν τοὺς ζητοῦντας ἐκρύπτετο, ἀλλ’ εἱστήκει, θέλων κρατηθῆναι ὑπ’ αὐτῶν.’ καί τινα μεταξὺ εἰρηκὼς προσεπάγει· ‘ὁ μὲν οὖν οὕτως ἑαυτὸν προσήνεγκεν ὑπὲρ πάντων, ὥσπερ εἴρηκεν· οἱ δὲ ἅγιοι καὶ τοῦτον τὸν τύπον παρὰ τοῦ σωτῆρος μαθόντες— παρ’ αὐτοῦ γὰρ καὶ πρὸ τούτου καὶ ἀεὶ καὶ πάντοτε ἐδιδάσκοντο—πρὸς μὲν οὖν τοὺς διώκοντας ἀγωνιζόμενοι νομίμως ἔφευγον, καὶ ζητούμενοι παρ’ αὐτῶν ἐκρύπτοντο, ἀγνοοῦντες δὲ ὡς ἄνθρωποι τοῦ ὁρισθέντος αὐτοῖς παρὰ τῆς προνοίας χρόνου τὸ τέλος οὐκ ἐβούλοντο παρέχειν ἑαυτοὺς ἐκδότους ἁπλῶς τοῖς ἐπιβουλεύουσιν.’ Β.
Μετάφραση
Και πάλι, προχωρώντας λίγο παρακάτω: «Ο μεν λοιπόν Κύριος, αν και ήταν Θεός και αληθινά ο Λόγος του Πατρός, και γνωρίζοντας τον καιρό που είχε μετρηθεί από τον ίδιο, και ξέροντας τον χρόνο που ο ίδιος καθόρισε και για το ίδιο του το σώμα ώστε να πάθει, επειδή ακριβώς για εμάς έγινε άνθρωπος, τις ημέρες πριν έρθει ο χρόνος, και ο ίδιος, όπως εμείς, κρυβόταν όταν τον αναζητούσαν, και όταν τον καταδίωκαν έφευγε, και αποφεύγοντας τις επιβουλές διέρχονταν κατ' αυτόν τον τρόπο και πορευόταν ανάμεσά τους. Όταν όμως έφερε και ο ίδιος τον καιρό που είχε καθοριστεί από αυτόν, κατά τον οποίο ήθελε να πάθει σωματικώς υπέρ πάντων, τότε απευθύνεται προς τον Πατέρα λέγοντας, 'Πατέρα, ήλθε η ώρα, δόξασε τον Υιό σου', και δεν κρυβόταν πλέον από αυτούς που τον αναζητούσαν, αλλά στεκόταν, θέλοντας να συλληφθεί από αυτούς». Και αφού αναφέρει ορισμένα ενδιάμεσα, προσθέτει: «Εκείνος λοιπόν προσέφερε έτσι τον εαυτό του υπέρ πάντων, όπως είπε. Οι άγιοι δε, έχοντας διδαχθεί και αυτό το πρότυπο από τον Σωτήρα —διότι από αυτόν διδάσκονταν και πριν από αυτό και διαρκώς και πάντοτε— στον αγώνα τους με τους διώκτες νομίμως έφευγαν, και όταν αναζητούνταν από αυτούς κρύβονταν, και καθώς αγνοούσαν ως άνθρωποι το τέλος του χρόνου που είχε οριστεί για αυτούς από την Πρόνοια, δεν ήθελαν να παραδίδουν απλώς τους εαυτούς τους έρμαια σε εκείνους που τους επιβουλεύονταν». Β.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες