Πῶς οὖν Θεοῦ δοξάσειεν ἄν τις οὐσίαν εἶναι τὴν Θεοῦ δόξαν, Θεοῦ ὃς ἀμέθεκτος ὢν καὶ ἀόρατος καὶ ἀναφής, καθ’ ὑπερούσιον δύναμιν μεθεκτὸς γίνεται καὶ χωρεῖται καὶ διαφαίνεται καὶ «ἓν» ἐν θεωρίᾳ «Πνεῦμα» μετὰ τῶν διὰ καθαρᾶς καρδίας ἐντυγχανόντων γίνεται, κατὰ τὴν πρὸς τὸν ἴδιον Πατέρα τοῦ κοινοῦ Πατρὸς ὑπὲρ ἡμῶν μυστικωτάτην καὶ ἀπόρρητον εὐχήν; «Δὸς γὰρ αὐτοῖς» φησιν «ἵνα καθάπερ ἐγώ, Πάτερ, ἐν σοὶ καὶ σὺ ἐν ἐμοί, καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν» ἐν ἀληθείᾳ.
Μετάφραση
Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η δόξα του Θεού είναι η ουσία του Θεού, ενός Θεού ο οποίος, αν και είναι αμέθεκτος, αόρατος και αναφής, κατά την υπερούσια δύναμή Του γίνεται μεθεκτός, χωρείται, διαφαίνεται και γίνεται, μέσω της θεωρίας, «ένα Πνεύμα» με αυτούς που επικοινωνούν μαζί Του με καθαρή καρδιά, σύμφωνα με τη μυστικότατη και απόρρητη προσευχή του κοινού μας Πατέρα υπέρ ημών προς τον δικό Του Πατέρα; Διότι λέει: «Δώσε σε αυτούς, ώστε, όπως ακριβώς εγώ, Πατέρα, είμαι σε σένα και εσύ σε εμένα, έτσι και αυτοί να είναι πραγματικά ένα σε εμάς».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες