Τὸ δὲ πνεῦμα τὸ ἅγιον πρῶτον μὲν ἀπὸ τῶν κατὰ φύσιν ἁγίων ἐκεῖνό ἐστιν ὅπερ ὁ πατήρ, κατὰ φύσιν ἅγιος, καὶ ὁ μονογενὴς ὡσαύτως. οὕτω καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον. καὶ κατὰ τὸ ζωοποιὸν πάλιν καὶ κατὰ τὸ ἄφθαρτόν τε καὶ ἀναλλοίωτον καὶ ἀΐδιον, δίκαιον, σοφόν, εὐθές, ἡγεμονικόν, ἀγαθόν, δυνατόν, ἀγαθῶν πάντων παρεκτικὸν καὶ πρό γε ἁπάντων αὐτῆς τῆς ζωῆς· πανταχοῦ ὂν καὶ ἑκάστῳ παρὸν καὶ τὴν γῆν πληροῦν καὶ ἐν οὐρανοῖς μένον, ἐν ταῖς ὑπερκοσμίοις δυνάμεσιν ἐκχεόμενον, πάντα πληροῦν κατὰ τὴν ἀξίαν ἑκάστου καὶ αὐτὸ πλῆρες μένον, μετὰ πάντων ὂν τῶν ἀξίων, καὶ τῆς ἁγίας τριάδος οὐ χωριζόμενον· ἀεὶ τὰ βάθη τοῦ θεοῦ ἐρευνᾷ, ἀεὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ λαμβάνει καὶ ἀποστέλλεται καὶ οὐ χωρίζεται καὶ δοξάζεται καὶ δόξαν ἔχει· ὃ γὰρ ἄλλῳ δόξαν δίδωσιν, δῆλον ὅτι ἐν ὑπερβαλλούσῃ δόξῃ καταλαμβάνεται. πῶς γὰρ δοξάζει τὸ δόξης ἄμοιρον; ἐὰν μή τι φῶς ᾖ, πῶς τὴν τοῦ φωτὸς ἐπιδείξεται χάριν; οὕτως οὐδὲ τὴν δοξαστικὴν δύναμιν ἐπιδείξεται, ὃ ἂν μὴ αὐτὸ ᾖ δόξα καὶ τιμὴ καὶ μεγαλωσύνη καὶ μεγαλοπρέπεια. δοξάζει οὖν τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱὸν τὸ πνεῦμα. ἀλλ᾽ ὁ εἰπὼν ἀψευδής ἐστι Τοὺς δοξάζοντάς με δοξάζω· Ἐγώ σε ἐδόξασα, φησὶ πρὸς τὸν πατέρα ὁ κύριος· καὶ πάλιν Δόξασόν με τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον ἀπ᾽ ἀρχῆς παρὰ σοὶ πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι. ἀποκρίνεται ἡ θεία φωνή· Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω.
Μετάφραση
Το Άγιο Πνεύμα, πρώτα απ' όλα, μεταξύ εκείνων που είναι κατά φύση άγια, είναι εκείνο ακριβώς που είναι ο Πατέρας, ο οποίος είναι κατά φύση άγιος, όπως και ο Μονογενής. Έτσι είναι και το Άγιο Πνεύμα. Και πάλι, ως προς το ζωοποιό, το άφθαρτο, το αναλλοίωτο και το αΐδιο, είναι δίκαιο, σοφό, ευθές, ηγεμονικό, αγαθό, δυνατό, χορηγός όλων των αγαθών και πρωτίστως αυτής της ίδιας της ζωής. Βρίσκεται παντού και είναι παρόν στον καθένα, γεμίζει τη γη και παραμένει στους ουρανούς, εκχέεται στις υπερκόσμιες δυνάμεις, τα γεμίζει όλα ανάλογα με την αξία του καθενός και παραμένει το ίδιο πλήρες, βρίσκεται μαζί με όλους τους άξιους και δεν χωρίζεται από την Αγία Τριάδα. Πάντοτε ερευνά τα βάθη του Θεού, πάντοτε λαμβάνει από τον Υιό, αποστέλλεται, δεν χωρίζεται, δοξάζεται και έχει δόξα· διότι αυτό που δίνει δόξα σε άλλον, είναι φανερό ότι περιβάλλεται από υπερβάλλουσα δόξα. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να δοξάσει εκείνο που στερείται δόξας; Εάν κάτι δεν είναι φως, πώς θα επιδείξει τη χάρη του φωτός; Έτσι, δεν θα μπορούσε να επιδείξει δοξαστική δύναμη εκείνο που δεν είναι το ίδιο δόξα, τιμή, μεγαλωσύνη και μεγαλοπρέπεια. Το Πνεύμα, λοιπόν, δοξάζει τον Πατέρα και τον Υιό. Αλλά είναι αψευδής Αυτός που είπε: «Εκείνους που με δοξάζουν, θα τους δοξάσω». «Εγώ σε δόξασα», λέει προς τον Πατέρα ο Κύριος· και πάλι: «Δόξασέ με με τη δόξα που είχα κοντά σου από την αρχή, προτού να υπάρξει ο κόσμος». Και αποκρίνεται η θεία φωνή: «Και σε δόξασα, και πάλι θα σε δοξάσω».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες