Ψεύδεται οὖν λοιπὸν Παῦλος, λέγων· Οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ. Τί οὖν ἐστιν ὁ Σωτὴρ, καθ᾽ ὃ οὐκ ἐσαρκώθη; Οὕτω τὸ, Πορεύομαι πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν· ἄλλως αὐτοῦ κατὰ φύσιν, καὶ ἄλλως ἡμῶν κατὰ χάριν καὶ θέσιν· ἄλλως ὡς διὰ τὴν ἰδίαν εὐδοκίαν, καὶ διὰ τὴν κτιστὴν πρόσληψιν. καὶ ἄλλως ἡμῶν ὡς δημιουργημάτων. Εἰ δὲ ἀμφιβάλλεις ἐν τούτοις, εἶχεν εἰπεῖν· Πατέρα ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Τίνος ἕνεκεν διέστειλεν ἑαυτὸν, ἀλλ᾽ ἢ ταύτην ἡμᾶς τὴν θεοπρεπῆ ἔννοιαν διδάσκων; Βλέπεις, φησὶ, πῶς ἐπιδέεται τῆς τοῦ Πατρὸς βοηθείας, λέγων· Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται. Καὶ τί εἴπω; Πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. Κακῶς ἀναγινώσκεις· εἶπε, Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται· καὶ ἀποδιαστείλας ὧδε, ἐπήγαγε τὸ, Τί εἴπω; Πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὴν ὥραν ταύτην. Διὰ γὰρ τοῦ εἰπεῖν, Διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην, ἔδειξεν, ὅτι οὐ τὸν θάνατον ἀνεδύετο τὸν σωτήριον. Ἐπιθυμίᾳ γὰρ ἐπεθύμησα τὸ πάσχα τοῦτο φαγεῖν μεθ᾽ ὑμῶν, φησίν. Εἰ δυνατὸν, παρελθέτω ἀπ᾽ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν μὴ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν, ἀλλὰ τὸ σὸν γενέσθω.
Μετάφραση
Ψεύδεται, λοιπόν, ο Παύλος όταν λέει: «Δεν θεώρησε αρπαγή το να είναι ίσος με τον Θεό»; Τι είναι, λοιπόν, ο Σωτήρας ως προς εκείνο κατά το οποίο δεν σαρκώθηκε; Έτσι ερμηνεύεται και το: «Πηγαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας»· διότι αλλιώς είναι δικός του κατά φύση, και αλλιώς δικός μας κατά χάρη και θέσιν· αλλιώς λόγω της δικής του ευδοκίας και της πρόσληψης της κτιστής φύσης, και αλλιώς δικός μας ως δημιουργημάτων. Αν όμως αμφιβάλλεις για αυτά, θα μπορούσε να είχε πει: «Πατέρα ημών και υμών». Για ποιον λόγο διαχώρισε τον εαυτό του, παρά για να μας διδάξει αυτή τη θεοπρεπή έννοια; «Βλέπεις», λέει, «πώς έχει ανάγκη τη βοήθεια του Πατέρα, λέγοντας: "Τώρα η ψυχή μου έχει ταραχθεί. Και τι να πω; Πατέρα, σώσε με από την ώρα τούτη"». Κακώς το αναγιγνώσκεις· διότι είπε: «Τώρα η ψυχή μου έχει ταραχθεί»· και κάνοντας παύση εδώ, πρόσθεσε το: «Τι να πω; Πατέρα, σώσε με από την ώρα τούτη; Αλλά γι' αυτό ήλθα σε τούτη την ώρα». Διότι με το να πει: «Γι' αυτό ήλθα σε τούτη την ώρα», έδειξε ότι δεν απέφευγε τον σωτήριο θάνατο. «Διότι με επιθυμία επιθύμησα να φάω αυτό το πάσχα μαζί σας», λέει. «Αν είναι δυνατόν, ας παρέλθει από εμένα το ποτήριο τούτο· όμως ας μη γίνει το δικό μου θέλημα, αλλά το δικό σου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες