Ἐγὼ δὲ πρὸς αὐτὸν ὑπὲρ Σευήρου βοήσας ἐρῶ· τί ποιεῖς, ὦ μακάριε Κύριλλε, ἐπαινῶν Πρόκλον μετὰ τὸν καιρὸν Νεστορίου λέγοντα περὶ Χριστοῦ, ὡς Ἐκεῖνος ἀφθάρτως ἐγεννήθη ὁ καὶ θυρῶν κεκλεισμένων ἀκωλύτως εἰσελθών, οὖ τὴν συζυγίαν τῶν φύσεων ὁ Θωμᾶς ἑωρακὼς κέκραγε λέγων· «Ὁ κύριός μου καὶ ὁ θεός μου;» Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς Εἰς τὸ «Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν» οὕτω φησίν· Καὶ τὰς φύσεις τῷ λόγῳ δίελε, καὶ τὴν ἕνωσιν τοῦ μυστηρίου θεολόγησον. Τοῦ αὐτοῦ Πρόκλου· Καὶ ἔστιν εἷς υἱός, οὐ τῶν φύσεων εἰς δύο ὑποστάσεις διαιρουμένων, ἀλλὰ τῆς φρικτῆς οἰκονομίας τὰς δύο φύσεις εἰς μίαν ὑπόστασιν ἑνωσάσης. Ταῦτα Πρόκλου κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ Νεστορίου διδάσκοντος ὁ θεῖος Κύριλλος σύμφρονα καὶ ἁγιώτατον αὐτὸν καὶ ὅσιον εἶναι ὁμολογεῖ, καὶ ἐπαινεῖ δύο φύσεις προφανῶς ἐπὶ Χριστοῦ λέγοντα. Λοιπὸν παρακαλούμενος ὁ νομοθέτης Σευῆρος δείξαι ἡμῖν, τίς ὁ ἀποδοκιμάσας τὰς τῶν ἁγίων πατέρων περὶ δύο φύσεων φωνάς, καὶ τίς τῶν πατέρων ἐδίδαξεν αὐτὸν λέγειν, ὅτι πρὸς τὰς νόσους τὰς ἀνακυπτούσας τῶν αἱρέσεων δεῖ παραλλάττειν καὶ τὰ τοῦ Χριστοῦ δόγματα, καὶ νῦν μὲν αὐτὸν διφυῆ, νῦν δὲ μονοφυῆ, εἶτα ἄλλης αἱρέσεως ὀφθείσης φθαρτὸν τὸν Χριστὸν χρὴ λέγειν, εἶτα πάλιν ἄφθαρτον· εἶτα μονοπρόσωπον, εἶτα διπρόσωπον· εἶτα μονογενῆ, εἶτα διγενῆ· καὶ οὕτως ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος φέρειν καὶ μεταφέρειν τὸν Χριστὸν ὥσπέρ τινα σφαῖραν ὑπὸ παίδων σφαιριζομένην καὶ ῥαπιζομένην.
Μετάφραση
Εγώ όμως, φωνάζοντας προς αυτόν υπέρ του Σεβήρου, θα πω: Τι κάνεις, μακάριε Κύριλλε, επαινώντας τον Πρόκλο, όταν, μετά την εποχή του Νεστορίου, λέγει για τον Χριστό ότι Εκείνος γεννήθηκε αφθόρως, Αυτός που εισήλθε ανεμπόδιστα ενώ οι θύρες ήταν κλειστές, και του οποίου τη συνάφεια των φύσεων ο Θωμάς βλέποντας ανεβόησε και είπε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»; Και πάλι ο ίδιος, στο «Παιδί γεννήθηκε σε μας», λέγει τα εξής: «Με τον λόγο διάκρινε τις φύσεις, και θεολόγησε την ένωση του μυστηρίου». Του ίδιου Πρόκλου: «Και είναι ένας Υιός, όχι επειδή οι φύσεις διαιρούνται σε δύο υποστάσεις, αλλά επειδή η φρικτή οικονομία ένωσε τις δύο φύσεις σε μία υπόσταση». Αυτά διδάσκοντας ο Πρόκλος κατά τον καιρό του Νεστορίου, ο θείος Κύριλλος ομολογεί ότι αυτός είναι ομόφρων, αγιώτατος και όσιος, και τον επαινεί, ενώ φανερά λέγει δύο φύσεις στον Χριστό. Επομένως, ας μας δείξει ο νομοθέτης Σεβήρος, όταν καλείται να το πράξει, ποιος είναι εκείνος που αποδοκίμασε τις φωνές των αγίων Πατέρων περί δύο φύσεων, και ποιος από τους Πατέρες τον δίδαξε να λέγει ότι, απέναντι στις νόσους που αναφύονται από τις αιρέσεις, πρέπει να μεταβάλλονται και τα δόγματα περί Χριστού, και τώρα μεν να λέγεται Αυτός διφυής, τώρα δε μονοφυής, έπειτα, αν παρουσιασθεί άλλη αίρεση, να πρέπει να λέγεται ο Χριστός φθαρτός, και έπειτα πάλι άφθαρτος· έπειτα μονοπρόσωπος, έπειτα διπρόσωπος· έπειτα μονογενής, έπειτα διγενής· και έτσι, έως τη συντέλεια του αιώνος, να τον φέρνουν και να τον μεταφέρουν σαν κάποια σφαίρα που την πετούν και τη χτυπούν παιδιά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ζʹ Ἀπόδειξις, ὅτι ἀπεβάλετο Σευῆρος τοὺς ἁγίους πατέρας καὶ ἐνομοθέτησεν ἀκύρους εἶναι τὰς χρήσεις αὐτῶν