Ἰδοὺ γὰρ, ὥσπερ οὐκ ἀποκάμνοντες ἐν ταῖς δυσσεβείαις, ἀλλὰ κατὰ τὸν Φαραὼ σκληρυνόμενοι, τὰ ἀνθρώπινα πάλιν τοῦ Σωτῆρος ἀκούοντες καὶ βλέποντες ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, ἐπελάθοντο τέλεον κατὰ τὸν Σαμωσατέα τῆς πατρικῆς θεότητος τοῦ Υἱοῦ, καὶ τολμηρᾷ τῇ γλώσσῃ θρασυνόμενοι, λέγουσι· «Πῶς δύναται ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι φύσει καὶ ὅμοιος αὐτῷ κατ᾽ οὐσίαν, ὁ λέγων· Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία· καὶ, Ὁ Πατὴρ οὐδένα κρίνει, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ· καὶ, Ὁ Πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν Υἱὸν, καὶ πάντα δέδωκεν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. Ὁ πιστεύων εἰς τὸν Υἱὸν, ἔχει ζωὴν αἰώνιον· καὶ πάλιν· Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Πατέρα εἰ μὴ ὁ Υἱὸς, καὶ ᾧ ἐὰν θέλῃ ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι· καὶ πάλιν· Πᾶν ὃ δέδωκέ μοι ὁ Πατὴρ, πρὸς ἐμὲ ἥξει. Εἶτα ἐπιλέγουσιν· Εἰ ἦν, ὡς λέγετε, Υἱὸς κατὰ φύσιν, οὐ χρείαν εἶχε λαβεῖν, ἀλλ᾽ εἶχε κατὰ φύσιν ὡς υἱός. Ἢ πῶς δύναται δύναμις εἶναι φύσει καὶ ἀληθινὴ τοῦ Πατρὸς, ὁ παρὰ τὸν καιρὸν τοῦ πάθους λέγων· Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται· καὶ τί εἴπω; Πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην. Πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. Ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· Καὶ ἐδόξασα, καὶ πάλιν δοξάσω.
Μετάφραση
Διότι ιδού, σαν να μην αποκάμνουν στις ασέβειές τους, αλλά σκληρυνόμενοι όπως ο Φαραώ, ακούγοντας και βλέποντας πάλι στα Ευαγγέλια τα ανθρώπινα γνωρίσματα του Σωτήρα, λησμόνησαν εντελώς, ακολουθώντας τον Σαμοσατέα, την πατρική θεότητα του Υιού, και αποθρασυνόμενοι με τολμηρή γλώσσα, λένε: «Πώς είναι δυνατόν ο Υιός να προέρχεται εκ του Πατρός κατά φύση και να είναι όμοιος με αυτόν κατ' ουσίαν, αυτός που λέει: "Μου δόθηκε κάθε εξουσία"· και, "Ο Πατέρας δεν κρίνει κανέναν, αλλά έχει δώσει όλη την κρίση στον Υιό"· και, "Ο Πατέρας αγαπά τον Υιό, και τα έχει δώσει όλα στο χέρι του. Εκείνος που πιστεύει στον Υιό, έχει ζωή αιώνια"· και πάλι: "Τα πάντα μού παραδόθηκαν από τον Πατέρα μου· και κανείς δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά μόνο ο Υιός, και σε όποιον θέλει ο Υιός να τον αποκαλύψει"· και πάλι: "Κάθε τι που μου έχει δώσει ο Πατέρας, θα έρθει σε μένα". Έπειτα προσθέτουν: "Εάν ήταν, όπως λέτε, Υιός κατά φύση, δεν θα είχε την ανάγκη να λάβει, αλλά θα τα κατείχε κατά φύση ως υιός. Ή πώς είναι δυνατόν να αποτελεί κατά φύση και αληθινά δύναμη του Πατρός, αυτός που κατά τον καιρό του πάθους λέει: 'Τώρα η ψυχή μου έχει ταραχθεί· και τι να πω; Πατέρα, σώσε με από την ώρα τούτη· αλλά γι' αυτό ήρθα σε τούτη την ώρα. Πατέρα, δόξασέ σου το όνομα'. Ήρθε τότε φωνή από τον ουρανό: 'Και το εδόξασα, και πάλι θα το δοξάσω'"».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες