Ἀνάγκη τοίνυν νοεῖν ἡμᾶς ὅτι ἔστιν ἐν τῷ Πατρὶ τὸ ἀΐδιον, τὸ αἰώνιον, τὸ ἀθάνατον· ἔστι δὲ ἐν αὐτῷ οὐχ ὡς ἀλλότρια αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ὡς ἐν πηγῇ ἐστιν ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενα καὶ ἐν τῷ Υἱῷ. Ὅταν τοίνυν περὶ Υἱοῦ νοεῖν ἐθέλῃς μαθὼν τίνα ἐστὶ τὰ ἐν τῷ Πατρὶ, ταῦτα καὶ ἐν τῷ Υἱῷ εἶναι πίστευε. Εἰ μὲν οὖν κτίσμα ἐστὶν ὁ Πατὴρ ἢ ποίημα, ἔστι ταῦτα καὶ ἐν τῷ Υἱῷ· καὶ εἰ θεμιτὸν εἰπεῖν ἐπὶ τοῦ Πατρὸς, ἦν ποτε, ὅτε οὐκ ἦν, ἡ ἐξ οὐκ ὄντων· λεγέσθω τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ. Εἰ δὲ ἀσεβές ἐστι ταῦτα λέγειν ἐν τῷ Πατρὶ εἶναι, ἀσεβὲς ἔστω καὶ ἐν τῷ Υἱῷ ταῦτα νοεῖν. Τὰ γὰρ τοῦ Πατρὸς, ταῦτα τοῦ Υἱοῦ ἐστιν. Ὁ γὰρ τιμῶν τὸν Υἱὸν τιμᾷ τὸν Πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτὸν, καὶ ὁ δεχόμενος τὸν Υἱὸν, δέχεται σὺν αὐτῷ τὸν Πατέρα· ὁ γὰρ ἑωρακὼς τὸν Υἱὸν ἑώρακε τὸν Πατέρα. Ὡς οὖν οὐκ ἔστι κτίσμα ὁ Πατὴρ, οὕτως οὐδὲ ὁ Υἱός· καὶ ὡς οὐκ ἔστιν εἰπεῖν ἐπ᾽ αὐτοῦ, ἦν ποτε, ὅτε οὐκ ἦν, ἢ ἐξ οὐκ ὄντων· οὕτως οὐχ ἁρμόζει, οὐδ᾽ ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ λέγειν τὸ αὐτό. Ἀλλὰ μᾶλλον ὡς ἐν τῷ Πατρὶ τὸ ἀΐδιον, τὸ ἀθάνατον, τὸ ἀεὶ, τὸ μὴ κτίσμα· οὕτω καὶ περὶ Υἱοῦ φρονεῖν ἀκόλουθον. Κατὰ γὰρ τὸ γεγραμμένον, Καθὼς ὁ Πατὴρ ζωὴν ἔχει ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ. Δέδωκε δὲ εἴρηκεν, ἵνα τὸν διδόντα Πατέρα δείξῃ. Ὡς δὲ ἐν τῷ Πατρὶ, οὕτω καὶ ἐν τῷ Υἱῷ ἐστιν ἡ ζωὴ, ἵνα τὸ ἀδιαίρετον καὶ ἀΐδιον διδάξῃ.
Μετάφραση
Είναι ανάγκη, λοιπόν, να κατανοήσουμε ότι υπάρχει στον Πατέρα το αΐδιο, το αιώνιο, το αθάνατο· υπάρχουν δε σε αυτόν όχι ως κάτι το ξένο προς αυτόν, αλλά αναπαύονται σε αυτόν και στον Υιό, όπως σε μια πηγή. Όταν, λοιπόν, θελήσεις να στοχαστείς περί του Υιού, έχοντας μάθει ποια είναι τα γνωρίσματα του Πατέρα, να πιστεύεις ότι αυτά υπάρχουν και στον Υιό. Αν μεν, λοιπόν, ο Πατέρας είναι κτίσμα ή κατασκεύασμα, υπάρχουν αυτά και στον Υιό· και αν είναι θεμιτό να ειπωθεί για τον Πατέρα «υπήρξε καιρός που δεν υπήρχε» ή ότι προήλθε «εκ του μη όντος», ας λεχθεί αυτό και για τον Υιό. Αν όμως είναι ασεβές να λέμε ότι υπάρχουν αυτά στον Πατέρα, ας είναι ασεβές το να τα σκεφτόμαστε αυτά και για τον Υιό. Διότι όσα είναι του Πατέρα, αυτά είναι και του Υιού. Επειδή εκείνος που τιμά τον Υιό τιμά τον Πατέρα που τον έστειλε, και εκείνος που δέχεται τον Υιό δέχεται μαζί με αυτόν τον Πατέρα· διότι εκείνος που έχει δει τον Υιό έχει δει τον Πατέρα. Όπως, λοιπόν, δεν είναι κτίσμα ο Πατέρας, έτσι δεν είναι ούτε ο Υιός· και όπως δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί για αυτόν «υπήρξε καιρός που δεν υπήρχε» ή το «εκ του μη όντος», έτσι δεν αρμόζει να λέγεται το ίδιο ούτε για τον Υιό. Αλλά μάλλον, όπως υπάρχει στον Πατέρα το αΐδιο, το αθάνατο, το παντοτινό, το άκτιστο, έτσι είναι συνεπές να φρονούμε και για τον Υιό. Διότι, σύμφωνα με το γεγραμμένο: «Καθώς ο Πατέρας έχει ζωή μέσα του, έτσι έδωσε και στον Υιό να έχει ζωή μέσα του». Χρησιμοποίησε δε το ρήμα «έδωσε», για να υποδείξει τον Πατέρα που χορηγεί. Αλλά όπως ακριβώς υπάρχει η ζωή στον Πατέρα, έτσι υπάρχει και στον Υιό, ώστε να διδάξει το αδιαίρετο και το αΐδιο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες