Διπλοῦς γὰρ ἦν ὁ θάνατος, ψυχῶν τε καὶ σωμάτων· καὶ δὴ τὸν φύλακα καὶ φρουράρχην τῆς αὐτοῦ βασιλείας ἐπαύσατο, εἰπών· Ἀπόστα ἀπ᾽ ἐμοῦ, Ἰησοῦ βασιλεῦ· ὁδούς σου οὐ βουλόμεθα εἰδέναι. Καὶ τούτου τὸν σεβάσμιον χαρακτῆρα τὸν ὄντα ἐν τῇ Χαλκῇ, λίθοις καὶ κόπροις καὶ πηλώδεσι μάζαις, ἐμπτύοντες εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, προσέῤῥιπτον, διαῤῥήξαντες αὐτὸν εἰς τοὔδαφος. Ἰουδαίοις μέν ποτε λίθοις αὐτὸν ὑπέβαλον, Σαμαρείτην καὶ δαιμονῶντα αὐτὸν ἀποκαλοῦντες, αὐτὸς δὲ διὰ μέσου αὐτῶν ἐπορεύετο· οὗτοι δὲ χείρονα τούτων ἔδρασαν. Ὄντως «ἐχθρὸς ὠνείδισε τὸν Κύριον, καὶ λαὸς ἄφρων παρώξυνε τὸ ὄνομα αὐτοῦ.» Καὶ γὰρ αὐτὸς ὁ Κύριος τὴν τοῦ Καίσαρος Τιβερίου εἰκόνα ἐν χερσὶ κρατήσας, καὶ εἰρηκὼς,» Τίνος ἡ εἰκὼν καὶ ἐπιγραφὴ αὕτη;» οὐκ ἐνύβρισεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀφειλὴν ἀπέδωκεν ὡς Καίσαρι, καὶ τὸν κῆνσον ἐτέλεσεν. Ὦ λαὸς ἄνομος, μωρὸς καὶ ἀσύνετος, ἐπὶ τίνα ἀνοίξατε τὸ στόμα, καὶ ἐπὶ τίνα ἐχαλάσατε τὴν γλῶσσαν ὑμῶν; ἀλλ᾽ οἷα πάσχει καὶ νῦν ὁ Λόγος, παρὰ μὲν ἀσεβούντων βλασφημούμενος, καὶ ἀνέχεται τὰ τῆς ὕβρεως· μακρόθυμος γάρ· παρὰ δὲ τῶν εὐσεβῶν εὐφημούμενος, καὶ ἀναβάλλεται τὰ τῆς μακροθυμίας, τοῖς μὲν ἴσως καιρὸν διδοὺς μετανοίας, ἡμῶν δὲ δοκιμάζων τὸν πόθον, εἰ μὴ ἐκκακοῦμεν ἐν ταῖς θλίψεσιν, καὶ τοῖς ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἀγῶσι.
Μετάφραση
Διότι ο θάνατος ήταν διπλός, και των ψυχών και των σωμάτων· και μάλιστα απομάκρυνε τον φύλακα και φρούραρχο της βασιλείας του, λέγοντας: Απομακρύνσου από εμένα, Ιησού βασιλιά· δεν επιθυμούμε να γνωρίζουμε τις οδούς σου. Και τη σεβάσμια εικόνα του που βρισκόταν στη Χαλκή Πύλη, την πετροβολούσαν και της πετούσαν κοπριές και λάσπες, φτύνοντας στο πρόσωπό του, και την συνέτριψαν ρίχνοντάς την στο έδαφος. Οι Ιουδαίοι βέβαια κάποτε τον λιθοβόλησαν, αποκαλώντας τον Σαμαρείτη και δαιμονισμένο, αλλά αυτός πέρασε ανάμεσά τους και αναχώρησε· αυτοί όμως έπραξαν χειρότερα από εκείνους. Όντως «ο εχθρός ονείδισε τον Κύριο, και λαός άφρων παρόξυνε το όνομά του.» Διότι και ο ίδιος ο Κύριος, κρατώντας στα χέρια του την εικόνα του Καίσαρα Τιβερίου και λέγοντας: «Τίνος είναι αυτή η εικόνα και η επιγραφή;», δεν την ύβρισε, αλλά απέδωσε τα οφειλόμενα στον Καίσαρα και πλήρωσε τον φόρο. Ω λαέ άνομε, μωρέ και ασύνετε, εναντίον ποιου ανοίξατε το στόμα σας και εναντίον ποιου αφήσατε ελεύθερη τη γλώσσα σας; Αλλά πόσα πάσχει και τώρα ο Λόγος, βλασφημούμενος από τους ασεβείς, και εντούτοις ανέχεται την ύβρη· διότι είναι μακρόθυμος· ενώ από τους ευσεβείς δοξάζεται, και παρατείνει τα της μακροθυμίας του, δίνοντας στους μεν ίσως καιρό για μετάνοια, και δοκιμάζοντας τον δικό μας πόθο, εάν δεν αποκάμνουμε στις θλίψεις και στους αγώνες υπέρ της ευσέβειας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες