τί ἠδίκησα, τί ἥμαρτον; ἆρα μέλει τῷ θεῷ τῶν πραγμάτων τῶν ἡμετέρων;» ἀλλ᾽ οὐδὲν τοιοῦτον οὐδὲ εἶπεν οὐδὲ ἐνενόησεν, οἷον πάσχουσι πολλοὶ ἑτέρους μὲν ὁρῶντες εὐημεροῦντας, ἑαυτοὺς δὲ ἐν τοῖς ἐσχάτοις δεινοῖς. οὐκ ἄρα ἀπὸ τῶν πραγμάτων γίνεται τὸ πονηρόν τι ὑποπτεύειν περὶ θεοῦ, ἐπεὶ καὶ οὗτος ὑπώπτευσεν ἄν, ἀλλ᾽ ἀπὸ διανοίας πονηρᾶς. τί γὰρ ἔχεις, ἄνθρωπε, ὃ οὐκ ἔλαβες; ἀπέθανέ σοι παῖς; λέγε· ὁ κύριος ἔδωκεν, ὁ κύριος ἀφείλατο. ἐπὶ πάντων τοῦτο λέγε. ἀσφαλείας ἀπήλαυες, εἶτα κινδύνοις περιέπεσες; ἱκανὸν τοῦτο τὸ ῥῆμα ἀντὶ φαρμάκου γενέσθαι. πανταχοῦ παραστῆναι ἐν πάσῃ συμφορᾷ, ἐν πάσῃ δυσπραγίᾳ, πᾶσαν ἀφελεῖν ἀθυμίαν δύναται. ὡς τῷ κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καὶ ἐγένετο. οὕτω καὶ ἄλλος τίς φησιν· ἰδοὺ ἐγώ, ποιείτω μοι τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ πάλιν ἕτερος· κύριος αὐτὸς τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιον αὐτοῦ ποιήσει. καὶ ἐν τῷ εὐαγγελίῳ δὲ παρήγγειλεν ἡμῖν ὁ Χριστὸς λέγων· γενηθήτω τὸ θέλημά σου. 2,1a 〈ἐγένετο δέ,〉 φησίν, 〈ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη〉, 1b 〈ἦλθον οἱ ἄγγελοι τοῦ θεοῦ παραστῆναι ἐνώπιον κυρίου,〉 1c 〈καὶ ὁ διάβολος ἐν μέσῳ αὐτῶν ἦλθε〉 1d 〈παραστῆναι ἔναντι κυρίου.〉 τί καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν παρισταμένους αὐτοὺς εἰσάγει; ἵνα μάθωμεν, ὅτι οὐκ ἀπρονόητα τὰ παρόντα, ἀλλὰ λόγον διδόασι τῶν καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν γινομένων καὶ καθ᾽ ἑκάστην ἀποστέλλονταί τι οἰκονομοῦντες οἱ ἄγγελοι, εἰ καὶ ἡμεῖς οὐκ ἴσμεν.
Μετάφραση
«Τι αδίκησα, τι αμάρτησα; Άραγε νοιάζεται ο Θεός για τα δικά μας ζητήματα;» Αλλά τίποτε τέτοιο ούτε είπε ούτε σκέφθηκε, όπως παθαίνουν πολλοί, οι οποίοι βλέπουν άλλους μεν να ευημερούν, τους εαυτούς τους δε να βρίσκονται σε έσχατα δεινά. Επομένως, το να υποπτεύεται κανείς κάτι πονηρό για τον Θεό δεν προκύπτει από τις ίδιες τις καταστάσεις —διότι τότε και αυτός θα είχε υποπτευθεί— αλλά από πονηρή διάνοια. Διότι, τι έχεις, άνθρωπε, το οποίο δεν έλαβες; Σου πέθανε το παιδί; Να λες: «Ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος αφαίρεσε». Σε όλα τα πράγματα να λες αυτό. Απολάμβανες ασφάλεια και έπειτα περιέπεσες σε κινδύνους; Αρκεί αυτός ο λόγος για να λειτουργήσει ως φάρμακο. Παντού μπορεί να σταθεί παραστάτης, σε κάθε συμφορά, σε κάθε δυσπραγία, και μπορεί να αφαιρέσει κάθε αθυμία. «Όπως ευδόκησε ο Κύριος, έτσι και έγινε». Έτσι και κάποιος άλλος λέει: «Ιδού εγώ, ας μου κάνει ό,τι είναι αρεστό ενώπιόν του»· και πάλι ένας έτερος: «Ο ίδιος ο Κύριος θα πράξει το αρεστό ενώπιόν του». Και στο Ευαγγέλιο εξάλλου μας παρήγγειλε ο Χριστός λέγοντας: «Γενηθήτω το θέλημά σου». 2,1a <Έγινε δε,> λέει, <σαν την ημέρα αυτή>, 1b <ήλθαν οι άγγελοι του Θεού για να παραστούν ενώπιον του Κυρίου,> 1c <και ο διάβολος ήλθε ανάμεσά τους> 1d <για να παραστεί απέναντι στον Κύριο.> Γιατί τους παρουσιάζει να παρίστανται κάθε ημέρα; Για να μάθουμε ότι τα παρόντα δεν στερούνται θείας πρόνοιας, αλλά οι άγγελοι δίνουν λόγο για όσα γίνονται καθημερινά και κάθε μέρα αποστέλλονται για να οικονομήσουν κάτι, έστω και αν εμείς δεν το γνωρίζουμε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες