ἀλλ᾽ οὐ λέγω τοῦτο, ἀλλ᾽ ὅτι μείζονα τῆς οἰκείας», φησίν, «φύσεως μεμαστίγωμαι· ὑπὲρ γὰρ δύναμιν θνητῶν σωμάτων τῶν βασάνων τὸ μέγεθος.» σὺ δέ μοι παρατήρει πανταχοῦ, πῶς καὶ τοσαύτην ἀνάγκην ὁρῶν οὐδαμοῦ πρὸς τὴν τῶν κατορθωμάτων αὐτοῦ διήγησιν ἐξελθεῖν ἠνέσχετο, ἀλλὰ κρύπτει τέως. καὶ τὰ μὲν ἁμαρτήματα μετὰ πολλῆς τῆς παρρησίας ἐπὶ συλλόγου καὶ λαμπροῦ θεάτρου πολλάκις ἐξεπόμπευεν, τὰ δὲ κατορθώματα καὶ τοσαύτην ἀνάγκην ὁρῶν σιγᾷ. οὐ γὰρ δὴ λέγει, ὅτι «δίκαιος ὢν τοιαῦτα πέπονθα», ἀλλ᾽ ὅτι «οὐ δύναμαι ἐνεγκεῖν», ὥσπερ καὶ ὁ Δαυὶδ ἔλεγεν· ἐλέησόν με, ὅτι ἀσθενής εἰμι. τοῦτο δὲ τὸ ῥῆμα τῶν οὐκ ἐχόντων ἐστὶ παρρησίαν ὥστε ἐπὶ τὴν ἀσθένειαν καταφεύγειν τῆς φύσεως. τὸ γὰρ λέγειν, ὅτι «ἀσθενής εἰμι, οὐκ εἰμὶ λίθος οὐχὶ δεικνύντος ἐστίν, ὅτι ἀναξίως παιδεύεται, ἀλλ᾽ ὅτι δικαίως μέν, οὐ δύναται δὲ ἐνεγκεῖν. καὶ διὰ τοῦτο συγγνώμης ἀξιοῖ τυχεῖν. 6,11a 〈τίς γάρ μού ἐστιν ἡ ἰσχύς,〉 φησίν, 〈ὅτι ὑπομένω;〉 11b 〈ἢ τίς μου ὁ χρόνος, ὅτι ἀνέχεταί μου ἡ ψυχή;〉 〈6,12a 〈μὴ ἰσχὺς λίθων ἡ ἰσχύς μου;〉〉 τί ἐστιν· τίς μου ὁ χρόνος; »ὀλιγοχρόνιός εἰμι«, φησίν, »μὴ γὰρ ἔχω μεγάλην τὴν ἐκ τοῦ χρόνου ἀντίδοσιν; μὴ γὰρ ἔστιν ἐλπίσαι μακρὸν ζήσεσθαι χρόνον;» τίς γάρ μού ἐστιν ἡ ἰσχύς, ὅτι ὑπομένω; οὐκοῦν οὐκ ἀπὸ ἰσχύος ὑπομένει, ἀλλ᾽ ἀπὸ εὐλαβείας καὶ φόβου θεοῦ.
Μετάφραση
«Αλλά δεν λέω αυτό», λέει, «αλλά ότι έχω μαστιγωθεί περισσότερο από όσο αντέχει η ίδια μου η φύση· διότι το μέγεθος των βασάνων υπερβαίνει τη δύναμη των θνητών σωμάτων». Εσύ όμως παρατήρησε παντού πώς, παρότι βρισκόταν σε τόσο μεγάλη ανάγκη, πουθενά δεν καταδέχθηκε να προχωρήσει στη διήγηση των δικών του κατορθωμάτων, αλλά προς το παρόν τα κρύβει. Και τα μεν αμαρτήματα με πολλή παρρησία ενώπιον συνάξεως και σε λαμπρό θέατρο πολλές φορές τα διαπόμπευε, για τα δε κατορθώματα, μολονότι βλέπει τόσο μεγάλη ανάγκη, σιωπά. Διότι δεν λέει ότι «επειδή είμαι δίκαιος πάσχω τέτοια δεινά», αλλά ότι «δεν μπορώ να τα υποφέρω», όπως ακριβώς έλεγε και ο Δαβίδ: «Ελέησόν με, διότι είμαι ασθενής». Αυτός δε ο λόγος ανήκει σε εκείνους που στερούνται παρρησίας, με αποτέλεσμα να καταφεύγουν στην ασθένεια της φύσεως. Διότι το να λέει ότι «είμαι ασθενής, δεν είμαι λίθος», δεν είναι γνώρισμα ανθρώπου που αποδεικνύει ότι παιδαγωγείται αδίκως, αλλά ότι μεν παιδαγωγείται δικαίως, δεν μπορεί όμως να το αντέξει. Και για αυτόν τον λόγο αξιώνει να τύχει συγγνώμης. «Ποια είναι άλλωστε η δύναμή μου», λέει, «για να υπομείνω; Ή ποιος είναι ο χρόνος μου, για να αντέξει η ψυχή μου; Μήπως η δύναμή μου είναι δύναμη λίθων;» Τι σημαίνει: «ποιος είναι ο χρόνος μου;»; «Είμαι ολιγοχρόνιος», λέει, «μήπως έχω μεγάλη ανταπόδοση από τον χρόνο; Μήπως μπορώ να ελπίζω ότι θα ζήσω για μακρύ χρονικό διάστημα;» «Ποια είναι άλλωστε η δύναμή μου, για να υπομείνω;» Επομένως, δεν υπομένει χάρη στη δύναμή του, αλλά από ευλάβεια και φόβο Θεού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες