εἰ γὰρ ἐβούλετο, οὐκ ἂν ὑπέμεινεν, ἀλλ᾽ ἑαυτὸν ἂν διεχρήσατο, ὥστε, εἰ καὶ μηδαμόθεν ἑτέρωθεν, ἐντεῦθεν κατάμαθε τοῦ ἀνδρὸς τὴν εὐλάβειαν, ὃς ἄνθρωπος ὢν τὰ μείζονα τῶν λίθων ὑπομένει διὰ τὸν τοῦ θεοῦ φόβον, καὶ εὐχῇ τὸ πρᾶγμα ἐπιτρέπει, καὶ οὐχὶ τῇ ἑαυτοῦ τόλμῃ. 6,12b 〈ἢ αἱ σάρκες,〉 φησίν, 〈χαλκαῖ,〉 6,13a 〈ἢ οὐκ ἐπ᾽ αὐτῷ ἐπεποίθειν;〉 13b 〈βοήθεια δὲ ἀπ᾽ ἐμοῦ ἄπεστιν,〉 6,14a 〈ἀπείπατο δέ με ἔλεος,〉 14b 〈καὶ ἐπισκοπὴ κυρίου ὑπερεῖδέ με.〉 ἢ οὐκ ἐπ᾽ αὐτῷ, φησίν, ἐπεποίθειν; ἐπειδὴ τοῦτο παρῄνει οὗτος, ὅτι κύριον τὸν παντοκράτορα ἐπικάλεσαι, φησίν, ὅτι ἢ οὐκ ἐπ᾽ αὐτῷ ἐπεποίθειν; σὺ δὲ ἐννόησον, ὅτι οὐκ ἐν προοιμίοις τῆς συμφορᾶς ταῦτα λέγεται, ἀλλὰ χρόνου πολλοῦ προβεβηκότος, πρὸς αὐτῷ τῷ τέλει τῶν ἀγώνων. 6,15a 〈οὐ προσεῖδόν με,〉 φησίν, 〈οἱ ἐγγύτατοί μου. ὥσπερ χειμάρρους ἐκλείπων〉 15b 〈ἢ ὥσπερ κῦμα παρῆλθόν με.〉 6,16a 〈οἵτινές με ηὐλαβοῦντο, νυνὶ ἐπιπεπτώκασί μοι.〉 καὶ τοῦτο τῆς τοῦ θεοῦ ἐγκαταλείψεως ἔργον τὸ καὶ τοὺς οἰκείους αὐτὸν ὑπερορᾶν τοιαῦτα πάσχοντα. ὅταν γὰρ αὐτὸς ἀποστῇ καὶ γυμνωθῇ τῆς παρ᾽ αὐτοῦ βοηθείας, πάντα ἐχθρὰ καὶ πολέμια. «οὐδεὶς ἐπέγνω με», φησίν, «ἐν τῇ συμφορᾷ, ἀλλὰ τοῦτο οὔπω μέγα· οἵτινές με ηὐλαβοῦντο, νυνὶ δὲ ἐπιπεπτώκασί μοι. τοῦτο πολλῷ χαλεπώτερον τὸ καὶ ἐπεμβαίνειν κειμένῳ.»
Μετάφραση
Διότι, αν το ήθελε, δεν θα υπέμενε, αλλά θα είχε δώσει τέλος στη ζωή του, ώστε, αν όχι από πουθενά αλλού, από αυτό τουλάχιστον κατανόησε την ευλάβεια του ανδρός, ο οποίος, αν και άνθρωπος, υπομένει δεινά σκληρότερα από τις πέτρες εξαιτίας του φόβου του Θεού, και αναθέτει το ζήτημα στην προσευχή, και όχι στη δική του τόλμη. 6,12β «Ή μήπως οι σάρκες μου», λέει, «είναι χάλκινες;» 6,13α «Ή μήπως δεν είχα εμπιστευθεί σε Αυτόν;» 13β «Η βοήθεια όμως απουσιάζει από εμένα,» 6,14α «το έλεος με απαρνήθηκε,» 14β «και η επισκοπή του Κυρίου με παρέβλεψε.» Ή μήπως δεν είχα εμπιστευθεί, λέει, σε Αυτόν; Επειδή ο συνομιλητής του τον συμβούλευε να επικαλεστεί τον Κύριο τον Παντοκράτορα, λέει: Μήπως δεν είχα εμπιστευθεί σε Αυτόν; Εσύ όμως, αναλογίσου ότι αυτά δεν λέγονται στα προοίμια της συμφοράς, αλλά αφού είχε περάσει πολύς χρόνος, προς το ίδιο το τέλος των αγώνων. 6,15α «Δεν με κοίταξαν καν», λέει, «οι πιο κοντινοί μου. Σαν χείμαρρος που στερεύει» 15β «ή σαν κύμα με προσπέρασαν.» 6,16α «Εκείνοι που με σέβονταν, τώρα μου έχουν επιτεθεί.» Και αυτό είναι έργο της εγκατάλειψης του Θεού, το να τον περιφρονούν και οι οικείοι του ενώ υποφέρει τέτοια δεινά. Διότι, όταν Αυτός απομακρυνθεί και ο άνθρωπος αποστερηθεί τη βοήθειά Του, τα πάντα γίνονται εχθρικά και πολέμια. «Κανείς δεν με αναγνώρισε», λέει, «στη συμφορά, αλλά αυτό δεν είναι ακόμη το πιο μεγάλο· εκείνοι που με σέβονταν, τώρα μου έχουν επιτεθεί. Αυτό είναι πολύ πιο σκληρό, το να καταπατούν αυτόν που κείτεται κάτω.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες