ἵνα τί ὅταν 〈ἄρξωμαι λαλεῖν〉, κεντοῦσί με καὶ τὸ ἐναντίον δοκεῖ λέγειν, ὅτι »ὅταν κεντῶσί με, τότε λαλῶ«; σχεδὸν ἀπολογεῖται ὑπὲρ τῶν προτέρων, ὑπὲρ ὧν ἐπηράσατο τὴν ἡμέραν. »οὐ γάρ«, φησίν, »ἀπὸ πονηρίας οὐδὲ εἰκῇ οὐδὲ ἁπλῶς ταῦτα φθέγγομαι, ἀλλ᾽ ὑπὸ τῆς ὀδύνης κεντούμενος. τίς γὰρ οὕτως ἄθλιος καὶ ταλαίπωρος ὡς εἰκῇ βούλεσθαι θρηνεῖν;«—διὰ τὸ λέγειν αὐτόν· νουθέτημα δὲ παντοκράτορος μὴ ἀπαναίνου. καθάπερ ἐκεῖνοι τὰ ἄλογα παρήγαγον λέγοντες· σθένος λέοντος, οὕτω καὶ οὗτος· 6,5a 〈τί γάρ; μὴ διὰ κενῆς κεκράξεται,〉 φησίν, 〈ὄνος ἄγριος ἀλλ᾽ ἢ τὰ σῖτα ζητῶν;〉 5b 〈εἰ δὲ καὶ ῥήξει φωνὴν βοῦς ἐπὶ φάτνης ἔχων βρώματα;〉 καλῶς προσέθηκεν· ἐπὶ φάτνης· ἀλλαχοῦ γὰρ βοᾷ. καὶ πάλιν· 6,6a 〈εἰ βρωθήσεται ἄρτος ἄνευ ἁλός,〉 6b 〈εἰ δὲ καὶ ἔστι γεῦμα ἐν ῥήμασι κενοῖς;〉 »ὥσπερ«, φησίν, »οὐκ ἂν ἕλοιτο βοῆσαι εἰκῇ ὄνος οὐδὲ βοῦς ἐπὶ φάτνης, καὶ ὥσπερ οὐκ ἄν τις ἕλοιτο φαγεῖν ἄρτον ἄνευ ἁλὸς οὐδὲ προσέχειν ῥήμασι κενοῖς«—ἐκεῖνα τὰ μάλιστα ἀδύνατα τέθεικεν—, »οὕτως οὐδ᾽ ἂν αὐτὸς ἑλοίμην«, φησίν, »τοιαῦτα θρηνεῖν οὐκ οὔσης ἀνάγκης τῆς κεντούσης. ὥσπερ γὰρ ἀηδὲς ἄρτον ἄνευ ἁλὸς φαγεῖν, οὕτω καὶ ἐμοὶ ἀηδὲς θρηνεῖν καὶ ὀδύρεσθαι καὶ ῥήματα περιττὰ φθέγγεσθαι. τίς γὰρ ἂν ἕλοιτο ἁπλῶς ὀδύρεσθαι;» ἀπὸ τοῦ πορρωτέρου ἐπὶ τὸ ἐγγύτερον ἐλήλυθεν, ἀπὸ τοῦ ὄνου ἐπὶ τὸν ἄρτον. «ποία γὰρ ἡδονὴ ἐν ῥήμασι κενοῖς;»
Μετάφραση
Γιατί, όταν αρχίζω να μιλώ, με κεντρίζουν, και φαίνεται να δηλώνει το αντίθετο, ότι «όταν με κεντρίζουν, τότε μιλώ»; Σχεδόν απολογείται για τα προηγούμενα, εξαιτίας των οποίων καταράστηκε την ημέρα. «Διότι», λέει, «δεν τα ξεστομίζω αυτά από κακία ούτε μάταια ούτε τυχαία, αλλά επειδή κεντρίζομαι από τον πόνο. Ποιος άλλωστε είναι τόσο άθλιος και ταλαίπωρος, ώστε να επιθυμεί να θρηνεί δίχως λόγο;» —και αυτό το λέει επειδή του είπαν: «τη νουθεσία του Παντοκράτορος μην την αποποιείσαι». Όπως ακριβώς εκείνοι επικαλέστηκαν τα άλογα ζώα λέγοντας: «η δύναμη του λέοντος», έτσι και αυτός: «Τι λοιπόν; Μήπως θα βάλει τις φωνές μάταια», λέει, «ο άγριος όνος, παρά μόνο όταν αναζητά τροφή; Και μήπως θα βγάλει φωνή το βόδι στη φάτνη, όταν έχει μπροστά του φαγητό;» Πολύ σωστά πρόσθεσε το «στη φάτνη»· διότι αλλού βγάζει φωνή. Και πάλι: «Μήπως θα φαγωθεί ο άρτος χωρίς αλάτι; Ή μήπως υπάρχει γεύση στα κενά λόγια;» «Όπως», λέει, «δεν θα επέλεγε να φωνάξει χωρίς λόγο ο όνος ούτε το βόδι στη φάτνη, και όπως κανείς δεν θα επέλεγε να φάει άρτο χωρίς αλάτι ούτε να δώσει προσοχή σε κενά λόγια» —έθεσε ως παράδειγμα τα πλέον αδύνατα—, «έτσι και εγώ δεν θα επέλεγα», λέει, «να θρηνώ κατ' αυτόν τον τρόπο, εάν δεν με κέντριζε η ανάγκη. Διότι, όπως είναι δυσάρεστο να τρώει κανείς άρτο χωρίς αλάτι, έτσι και για εμένα είναι δυσάρεστο να θρηνώ και να οδύρομαι και να ξεστομίζω περιττά λόγια. Ποιος άλλωστε θα επέλεγε απλώς να οδύρεται;» Προχώρησε από το πιο μακρινό στο πιο κοντινό, από τον όνο στον άρτο. «Διότι τι είδους ευχαρίστηση υπάρχει στα κενά λόγια;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες