Τήκω γὰρ βώλακας γῆς, φησὶν, ἀπὸ ἰχῶρος ξέων. Ἰχῶρας αὐτῷ αἱ σάρκες καὶ σκώληκας ἔτικτον, καὶ τοῦτο διηνεκῶς. Ὁρᾷς πῶς ἕκαστος ἡμῶν ναρκᾷ ταῦτα ἀκούων; Εἰ δὲ ἀκοῦσαι οὐκ ἀνεκτὰ ταῦτα, ἰδεῖν ἀνεκτά; Εἰ δὲ ἰδεῖν οὐκ ἀνεκτὰ, πολλῷ μᾶλλον παθεῖν. Ἀλλ᾽ ὅμως ἔπαθεν ὁ δίκαιος, καὶ οὐκ ἐπὶ δύο ἡμέρας ἢ τρεῖς, ἀλλ᾽ ἐπὶ χρόνῳ πολλῷ, καὶ οὐχ ἥμαρτεν, οὐδὲ ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτοῦ. Ποίαν ἔχεις μοι τοιαύτην νόσον εἰπεῖν, ὀδύνας ἔχουσαν πολλάς; πηρώσεως γὰρ οὐ χεῖρον τοῦτο ἦν; Βρόμον γὰρ ὁρῶ, φησὶ, τὰ σῖτά μου. Καὶ οὐδὲ τοῦτο μόνον, ἀλλ᾽ οὐδὲ ὃ τοῖς ἄλλοις ἀνάπαυσίς ἐστιν ἡ νὺξ καὶ ὁ ὕπνος, τοῦτο ἐκείνῳ παραμυθίαν τινὰ ἔφερεν, ἀλλὰ χαλεπωτέρα ἦν πάσης βασάνου. Καὶ ἄκουε αὐτοῦ λέγοντος· Ἵνα τί με φοβεῖς ἐνυπνίοις, καὶ ἐν ὁράμασί με καταπλήσσεις; Ἐὰν γένηται πρωῒ, λέγω, Πότε ἑσπέρα; Καὶ τοιαῦτα πάσχων οὐκ ἐγόγγυσεν. Οὐ τοῦτο δὲ μόνον ἦν τὸ δεινὸν, ἀλλὰ καὶ ἡ παρὰ τῶν πολλῶν πονηρὰ δόξα· ὡς γὰρ μυρίων ἔνοχον κακῶν εἶχον λοιπὸν, ἀφ᾽ ὧν ἔπασχε. Τοῦτο γοῦν καὶ οἱ φίλοι αὐτῷ ἔλεγον· Οὐκ ἄξια ὧν ἡμάρτηκας μεμαστίγωσαι.
Μετάφραση
«Διότι λιώνω», λέει, «τους βώλους του χώματος, ξύνοντας τον ιχώρα». Οι σάρκες του γεννούσαν ιχώρες και σκουλήκια, και αυτό γινόταν αδιάκοπα. Βλέπεις πώς ο καθένας μας παραλύει ακούγοντας αυτά; Και αν είναι ανυπόφορο να τα ακούει κανείς, είναι άραγε ανεκτό να τα βλέπει; Και αν το να τα βλέπεις είναι ανυπόφορο, πόσο μάλλον το να τα υπομένεις. Αλλά όμως ο δίκαιος τα υπέφερε, και όχι για δύο ή τρεις ημέρες, αλλά για πολύ καιρό, και δεν αμάρτησε, ούτε καν με τα χείλη του. Ποια παρόμοια ασθένεια έχεις να μου αναφέρεις, που να προκαλεί τόσους πολλούς πόνους; Διότι δεν ήταν αυτό χειρότερο από ακρωτηριασμό; «Διότι νιώθω ως δυσωδία», λέει, «την τροφή μου». Και όχι μόνο αυτό, αλλά ούτε εκείνο που για τους άλλους αποτελεί ανάπαυση, δηλαδή η νύχτα και ο ύπνος, του έφερνε κάποια παρηγοριά, αλλά ήταν σκληρότερο από κάθε βασανιστήριο. Και άκουσέ τον να λέει: «Γιατί με φοβίζεις με ενύπνια, και με τρομοκρατείς με οράματα; Αν γίνει πρωί, λέω: Πότε θα έρθει το βράδυ;» Και πάσχοντας τέτοια δεινά δεν γόγγυσε. Και το φοβερό δεν ήταν μόνο αυτό, αλλά και η κακή γνώμη των πολλών· διότι εξαιτίας αυτών που έπασχε, τον θεωρούσαν πλέον ένοχο για μύρια κακά. Αυτό άλλωστε του έλεγαν και οι φίλοι του: «Δεν τιμωρήθηκες αντάξια για τα όσα αμάρτησες».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες