μυστικὸς δὲ, ὥσπερ ἔφην, καὶ κεκρυμμένος ὁ ἐν τῷδε λόγος. <Οἱ γεωργοὶ θρηνεῖτε κτήματα ὑπὲρ πυροῦ καὶ κριθῆς, ὅτι ἀπόλωλε τρυγητὸς ἐξ ἀγροῦ· ἡ ἄμπελος ἐξηράνθη, καὶ αἱ συκαῖ ὠλιγώθησαν· ῥοὰ καὶ φοῖνιξ καὶ μῆλον καὶ πάντα τὰ ξύλα τοῦ ἀγροῦ ἐξηράνθησαν, ὅτι ᾔσχυναν χαρὰν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων.> Πένθος ἀληθῶς, ἄλγημά τε καὶ θρήνημα τοῖς εἰωθόσι γηπονεῖν, τῶν ἐν ἀγροῖς ἡ πανωλεθρία, καὶ τὸ μηδὲν ὅλως ἀπ᾽ αὐτῶν συγκομίζειν δύνασθαι, καὶ μετὰ μακροὺς ἱδρῶτας ἔσθ᾽ ὅτε. αὖα δὲ δὴ καὶ ἐκτεθνεῶτα λοιπὸν τὰ ἐν κήποις ὁρᾶν καὶ τῶν ξύλων τὰ ἐξαίρετα, ληΐοις τε ὁμοῦ τὰς ἀμπέλους κατεφθαρμένας, καὶ αὐτὴν δὲ τὴν ἀγρίαν ὕλην τοῖς κήποις συγκαταφθίνουσαν. πάντα γάρ φησι τὰ ξύλα τοῦ ἀγροῦ ἐξηράνθησαν, ὅτι ᾔσχυναν χαρὰν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων· τὸ δὲ ᾔσχυναν χαρὰν, ἀντὶ τοῦ, αἰσχύνης τε καὶ ἐντροπῆς καὶ ἐλέγχων τῶν εἰς ποινάς τε καὶ δίκην τὸν καιρὸν ἀπέδειξαν οἱ ἐνοικοῦντες τὴν γῆν, καθ᾽ ὃν ἦν εἰκὸς καὶ ἐνευρύνεσθαι ταῖς εὐημερίαις τὰ ἐξ ἀγρῶν συλλέγοντας, καὶ ἀναμεστοῦν μὲν τῷ σίτῳ τὰς ἀποθήκας, ἐπιφωνεῖν δὲ τρυγῶσι τὰς ἐπιληνίους ᾠδὰς, καὶ ταῖς οἰῶν ἀγέλαις ἐφήδεσθαι, πλείστης τε ὅσης καὶ εὐανθοῦς αὐτοῖς παρεῤῥιμμένης τῆς πόας.
Μετάφραση
Μυστικός δε, όπως είπα, και κρυμμένος είναι ο λόγος σε αυτό. <Οι γεωργοί θρηνήστε τα κτήματα για το σιτάρι και το κριθάρι, διότι χάθηκε ο τρυγητός από τον αγρό· το κλήμα ξεράθηκε και οι συκιές λιγόστεψαν· η ροδιά, ο φοίνικας, η μηλιά και όλα τα δέντρα του αγρού ξεράθηκαν, διότι οι γιοι των ανθρώπων καταντρόπιασαν τη χαρά.> Είναι αληθινό πένθος, πόνος και θρήνος για όσους έχουν συνηθίσει να καλλιεργούν τη γη, η πανωλεθρία των αγρών, και το να μην μπορούν να συγκομίσουν απολύτως τίποτα από αυτούς, κάποτε μάλιστα ύστερα από μεγάλους ιδρώτες. Το να βλέπουν λοιπόν ξερά και νεκρά τα φυτά στους κήπους και τα πιο εκλεκτά από τα δέντρα, καθώς και τα κλήματα κατεστραμμένα μαζί με τα σπαρτά, και ακόμη και την ίδια την άγρια βλάστηση να φθείρεται μαζί με τους κήπους. Διότι, λέει, όλα τα δέντρα του αγρού ξεράθηκαν, επειδή οι γιοι των ανθρώπων καταντρόπιασαν τη χαρά· και το «καταντρόπιασαν τη χαρά» σημαίνει ότι οι κάτοικοι της γης κατέστησαν την εποχή εκείνη καιρό ντροπής, ταπείνωσης και ελέγχων που οδηγούν σε τιμωρίες και καταδίκη, κατά την οποία θα ήταν φυσικό να ευφραίνονται με την ευημερία συλλέγοντας τους καρπούς από τους αγρούς, και να γεμίζουν τις αποθήκες με το σιτάρι, να τραγουδούν τα τραγούδια του ληνού κατά τον τρυγητό, και να χαίρονται για τα κοπάδια των προβάτων, έχοντας απλωθεί μπροστά τους πάρα πολύ και ανθισμένο χορτάρι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες