κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν βρώματα ἐξωλοθρεύθη, ἐξηράνθη καὶ ἐξ οἴκου Θεοῦ ἡμῶν εὐφροσύνη καὶ χαρά.> Ἡμέραν Κυρίου φησὶ, καθ᾽ ἢν ἂν γένοιτο πληροῦσθαι τὰ ἐξ ὀργῆς, ἢ τῆς ἀκρίδος αὐτοῖς ἐπενηνεγμένης καὶ δαπανώσης τὰ ἐν ἀγροῖς καὶ εἰς λιμοῦ καὶ ἐνδείας πεμπούσης δείματα, καὶ αὐτὴν ἐντιθείσης τοῦ θανάτου τὴν πτοίαν, ἤγουν τῶν Βαβυλωνίων καταφθειρόντων ἅπαντα, πόλεσί τε καὶ κώμαις ἐπιφυομένων, ἄλλο τε ἐπ᾽ ἄλλῳ προσεργαζομένων κακὸν, καὶ ταλαιπωρίαν ἐκ ταλαιπωρίας προσεπιῤῥιπτούντων ἀεὶ τοῖς ἐνοικοῦσι τὴν γῆν, ὡς μηδ᾽ ὅσον εἰπεῖν ἀναπνεῦσαι δύνασθαι βραχὺ, καί τι διὰ μέσου γενέσθαι χρηστὸν, ἐφ᾽ ὧνπερ ἦν εἰκὸς κἂν γοῦν ἀπὸ μέρους καὶ μετρίαν ἔχειν δύνασθαι τὴν παραψυχὴν τοὺς τῇ συχνότητι τῶν κακῶν λοιπὸν ἀφορήτως ἐντετηγμένους. ἐπειδὴ δὲ πεπαινομένων ἤδη τῶν καρπῶν, καὶ τὸν ἀμῶντα λοιπὸν μονονουχὶ καλούντων ἐφ᾽ ἑαυτοῖς τῶν ληΐων, βότρυός τε καταπερκάζοντος καὶ τὸ ἐκθλίβεσθαι γλιχομένου, γέγονέ που τάχα τῆς ἀκρίδος ἡ ἐμβολὴ, βρώματά φησιν ἐξωλοθρεύθη ἐξ ὀφθαλμῶν αὐτῶν, οἷον ἡρπασμένων τῶν ἐν ὄψει γεγενημένων, παρακειμένων δὲ ὥσπερ αὐτοῖς, καὶ ἑτοιμοτάτην ἐχόντων τὴν ἀπόλαυσιν· ἐξῆρθαι δὲ διαβεβαιοῦται πάλιν καὶ ἐξ οἴκου Κυρίου τήν τε εὐφροσύνην καὶ τὴν χαράν.
Μετάφραση
«Μπροστά στα μάτια σας εξολοθρεύτηκαν οι τροφές, ξηράνθηκε και από τον οίκο του Θεού μας η ευφροσύνη και η χαρά.» Ονομάζει, λέει, «Ημέρα Κυρίου» εκείνη κατά την οποία θα εκπληρώνονταν όσα προέρχονται από την οργή, είτε με την ακρίδα που τους επιτέθηκε και κατανάλωσε τα σπαρτά στους αγρούς και τους έριξε στον τρόμο του λιμού και της στέρησης, και τους ενέβαλε τον ίδιο τον φόβο του θανάτου, είτε με τους Βαβυλώνιους που κατέστρεφαν τα πάντα, επιτιθέμενοι σε πόλεις και χωριά, προκαλώντας το ένα κακό μετά το άλλο, και προσθέτοντας διαρκώς ταλαιπωρία στην ταλαιπωρία για τους κατοίκους της γης, σε σημείο που, ας πούμε, να μην μπορούν να αναπνεύσουν ούτε για λίγο, ούτε να συμβεί κάτι καλό ενδιάμεσα, από το οποίο θα ήταν αναμενόμενο να μπορέσουν να βρουν, έστω και εν μέρει, κάποια μέτρια παρηγοριά όσοι είχαν πλέον λιώσει ανυπόφορα από τη συχνότητα των κακών. Και επειδή η επιδρομή της ακρίδας έγινε προφανώς όταν ήδη οι καρποί είχαν ωριμάσει, και τα σπαρτά σχεδόν καλούσαν τον θεριστή κοντά τους, και το σταφύλι άρχιζε να σκουραίνει και λαχταρούσε να πατηθεί, λέει ότι οι τροφές εξολοθρεύτηκαν από τα μάτια τους, σαν να είχαν αρπαγεί αυτά που βρίσκονταν μπροστά τους, τα οποία βρίσκονταν ούτως ειπείν δίπλα τους, και προσέφεραν την πιο έτοιμη απόλαυση· και βεβαιώνει πάλι ότι έχει εξαλειφθεί από τον οίκο του Κυρίου και η ευφροσύνη και η χαρά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες