Οἱ μὲν οὖν ἀμαθίᾳ συζῆν εἰωθότες, ἀκρίδος καὶ βρούχου καὶ κάμπης ἔσονται τροφὴ, καὶ ἁπάσης εὐκοσμίας ἀπομενοῦσιν ἔρημοι, εὐανθὲς δὲ ὅλως οὐδὲν ἐν αὐτοῖς· ἡ δέ γε σοφὴ καὶ φιλόθεος ψυχὴ, καὶ τοῖς τῆς ἀληθείας δόγμασι κομῶσα πλουσίως, καὶ καρποῖς τοῖς εἰς δικαιοσύνην μονονουχὶ βρύουσάν τε καὶ εὖ μάλα περιηνθισμένην ἔχουσα τὴν καρδίαν, ἐρεῖ που πάντως ἐκ παῤῥησίας, κατά γε τὴν ἐν τῷ ᾄσματι τῶν ᾀσμάτων νοουμένην νύμφην “Καταβήτω ἀδελφιδοῦς ”μου εἰς κῆπον αὐτοῦ, καὶ φαγέτω καρπὸν ἀκροδρύων αὐ- “τοῦ.” ἡδεῖς γὰρ ἡδεῖς τῆς εὐσεβείας οἱ καρποὶ, καὶ τὰ τῆς ἀληθοῦς φιλομαθείας ἀκρόδρυα τῷ πάντων ἡμῶν Σωτῆρι Χριστῷ, ὅς ἐστιν ἡμῶν καὶ ἀδελφιδοῦς, οἷον ἐξ ἀδελφῆς τῆς ἁγίας παρθένου γεγεννημένος. <Θρήνησον πρὸς μὲ ὑπὲρ νύμφην περιεζωσμένην σάκκον ἐπὶ τὸν ἄνδρα αὐτῆς τὸν παρθενικόν.> Οὐ πάρεργον αὐτοὺς, οὐδὲ οἷον ἐκ παραδρομῆς, ἢ ῥᾴθυμον ἁπλῶς ποιεῖσθαι κελεύει τὴν μετάγνωσιν, καὶ τὸ ἐπ᾽ αὐτῇ νοούμενον πένθος, ἀλλὰ τοῖς ὅτι μάλιστα τῶν ἄλλων δυσαχθεστέροις οὐ μετρίως φιλονεικοῦν καὶ ἁμιλλᾶσθαι σπουδάζον, ὡς ἰσοστάθμους τοῖς ἡμαρτημένοις ποιεῖσθαι τοὺς πόνους.
Μετάφραση
Όσοι λοιπόν έχουν συνηθίσει να ζουν μέσα στην αμάθεια, θα γίνουν τροφή της ακρίδας, του βρούχου και της κάμπιας, και θα απομείνουν έρημοι από κάθε ευπρέπεια, και απολύτως τίποτα το ανθισμένο δεν θα υπάρχει σε αυτούς. Αντίθετα, η σοφή και φιλόθεη ψυχή, η οποία στολίζεται πλούσια με τα δόγματα της αλήθειας και έχει την καρδιά της σχεδόν να αναβλύζει από τους καρπούς της δικαιοσύνης και να είναι εξαιρετικά ανθισμένη, θα πει οπωσδήποτε με παρρησία, σύμφωνα με τη νύμφη που αναφέρεται στο Άσμα Ασμάτων: «Ας κατέβει ο αγαπημένος μου στον κήπο του, και ας φάει τον καρπό των οπωροφόρων δέντρων του». Διότι γλυκείς, πολύ γλυκείς είναι οι καρποί της ευσέβειας και τα οπωροφόρα της αληθινής φιλομάθειας για τον Σωτήρα όλων μας Χριστό, ο οποίος είναι και δικός μας αγαπημένος, εφόσον γεννήθηκε από την αδελφή μας, την Αγία Παρθένο. <Θρήνησε σε μένα σαν τη νύμφη που έχει ζωστεί με σάκο πένθους για τον παρθενικό της σύζυγο.> Δεν τους προστάζει να επιτελούν τη μετάνοια και το πένθος που τη συνοδεύει σαν κάτι το δευτερεύον, ούτε σαν κάτι το περαστικό ή ράθυμο, αλλά να είναι ένα πένθος που να ανταγωνίζεται έντονα και να προσπαθεί να αμιλλάται με τα πλέον δυσβάσταχτα πράγματα, ώστε να καταστήσει τους πόνους της μετάνοιας ισοβαρείς με τα αμαρτήματα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες