Οὐχ οὕτως· οὐ γὰρ ὁλοτελῶς τῇ φύσει ἐτράπη ἤγουν ἠλλοιώθη ἐξ ἀφθαρσίας εἰς φθορὰν ὁ Ἀδάμ, ἀλλὰ τὸ σῶμα, ὡς ἐκ γῆς καὶ τρεπτῆς φύσεως γεγονὸς καὶ πλασθέν, τοῦτο τὴν τροπὴν ἐξ ἀφθαρσίας καὶ ἀθανασίας ὑπέμεινε, φθαρτὸν καὶ θνητὸν γενόμενον διὰ τῆς παραβάσεως· οὗτος γάρ ἐστιν ὁ περιπεσὼν τοῖς λῃσταῖς καὶ γενόμενος, ὥς φησι τὸ εὐαγγέλιον, ὑπὸ τῶν πληγῶν αὐτῶν ἡμιθανής, οὐ μὴν καὶ ὁλοθανής. Ἡ γὰρ ψυχή, ὡς ἐξ ἀθανάτου οὐσίας θεοῦ καὶ ἀτρέπτου διὰ τοῦ ἐμφυσήματος κτισθεῖσα, εἰ καὶ τῇ προσβολῇ τοῦ ξύλου συγκατῆλθεν, ἀλλ’ ὅμως ἔμεινεν ἐν τῇ οἰκείᾳ τοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν θεοῦ ἀφθαρσίᾳ καὶ ἀθανασίᾳ, οὐ χρῄζουσα οὐσιώδους ἀναπλάσεως καθάπερ τὸ σῶμα, ἀλλὰ μόνης λογιστικῆς τινος διορθώσεως καὶ ἐξομολογήσεως, οὐκ ἀναιρέσεως θελήσεως, ἵνα μὴ ἄλογος γένηται, οὐκ ἐξαλείψεως ἐνεργείας, ἵνα μὴ νεκρὰ καὶ ἀνενέργητος ὡς τὰ ἄψυχα γένηται.
Μετάφραση
Όχι έτσι· διότι ο Αδάμ δεν μεταβλήθηκε ούτε αλλοιώθηκε ολοκληρωτικά κατά τη φύση του, δηλαδή δεν πέρασε από την αφθαρσία στη φθορά· αλλά το σώμα, επειδή είχε γίνει και πλαστεί από τη γη και από φύση τρεπτή, αυτό υπέστη τη μεταβολή από την αφθαρσία και την αθανασία, και έγινε φθαρτό και θνητό εξαιτίας της παραβάσεως. Διότι αυτός είναι που έπεσε στους ληστές και, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, έγινε από τα τραύματά τους μισοπεθαμένος, όχι όμως και ολωσδιόλου νεκρός. Η ψυχή, αντιθέτως, επειδή δημιουργήθηκε διά του εμφυσήματος από την αθάνατη και άτρεπτη ουσία του Θεού, αν και συγκατέβηκε με την προσβολή του ξύλου, όμως παρέμεινε στη δική της αφθαρσία και αθανασία, εκείνη που ανήκει στο «κατ’ εἰκόνα» και «καθ’ ὁμοίωσιν» του Θεού. Γι’ αυτό δεν είχε ανάγκη ουσιώδους αναπλάσεως, όπως το σώμα, αλλά μόνο κάποιας λογικής διορθώσεως και εξομολογήσεως· όχι αναιρέσεως της θελήσεως, για να μη γίνει άλογη, ούτε εξαλείψεως της ενεργείας, για να μη γίνει νεκρή και ανενέργητη, όπως τα άψυχα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ αὐτοῦ ἀκολούθως λόγος γʹ.}