ΟΜΙΛΙΑ ΛΔʹ. Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ, καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· «Δεῦτε, ἴδετε ἄνθρωπον, ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;» αʹ. Πολλῆς ἡμῖν θερμότητος δεῖ καὶ σπουδῆς διεγηγερμένης· ταύτης γὰρ ἄνευ οὐκ ἔνεστι τυχεῖν τῶν ἐπηγγελμένων ἡμῖν ἀγαθῶν. Καὶ τοῦτο δεικνὺς ὁ Χριστός φησι, νῦν μέν· Ἐὰν μή τις ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὑτοῦ καὶ ἀκολουθήσῃ μοι, οὐκ ἔστι μου ἄξιος· νῦν δὲ, Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ τί ἤθελον εἰ ἤδη ἀνήφθη; δι᾽ ἀμφοτέρων τούτων τὸν διακαῆ καὶ πεπυρωμένον μαθητὴν καὶ πρὸς πάντα κίνδυνον παρεσκευασμένον ἡμῖν παραστῆσαι βουλόμενος. Τοιαύτη τις ἦν καὶ αὕτη ἡ γυνή. Οὕτω γὰρ ὑπὸ τῶν εἰρημένων ἀνήφθη, ὡς καὶ τὴν ὑδρίαν ἀφεῖναι, καὶ τὴν χρείαν δι᾽ ἣν παρεγένετο, καὶ δραμοῦσαν εἰς τὴν πόλιν, πάντα τὸν δῆμον ἑλκύσαι πρὸς τὸν Ἰησοῦν.
Μετάφραση
Ομιλία ΛΔ΄. Άφησε λοιπόν η γυναίκα τη στάμνα της και πήγε στην πόλη, και λέει στους ανθρώπους: «Ελάτε, δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έπραξα· μήπως αυτός είναι ο Χριστός;» α΄. Έχουμε ανάγκη από πολλή θέρμη και αφυπνισμένο ζήλο· διότι χωρίς αυτά δεν είναι δυνατόν να επιτύχουμε τα αγαθά που μας έχουν υποσχεθεί. Και υποδεικνύοντας αυτό ο Χριστός λέει, τη μία φορά: «Εάν κάποιος δεν σηκώσει τον σταυρό του και δεν με ακολουθήσει, δεν είναι άξιός μου»· και την άλλη: «Φωτιά ήλθα να βάλω στη γη, και τι άλλο θα ήθελα εάν έχει κιόλας ανάψει;» θέλοντας και με τα δύο αυτά να μας παρουσιάσει τον φλογερό και διάπυρο μαθητή, ο οποίος είναι προετοιμασμένος για κάθε κίνδυνο. Τέτοια ακριβώς ήταν και αυτή η γυναίκα. Διότι τόσο πολύ φλογίστηκε από τα λόγια που της ειπώθηκαν, ώστε και τη στάμνα άφησε, και την ανάγκη για την οποία είχε προσέλθει, και αφού έτρεξε στην πόλη, είλκυσε όλο το πλήθος προς τον Ιησού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες