Οὐδὲν τούτων ἐνόησεν, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς τῆς φιλοσοφίας ἐκαρτέρει. Πόθεν δῆλον; Ἀφ’ ὧν οἱ ἄγγελοι αὐτὸν ἀποθανόντα ἐδέχοντο. Οὐκ ἂν γάρ, εἰ γογγυστὴς ἦν καὶ βλάσφημος, τοσαύτης τιμῆς ἠξιώθη, καὶ τῆς παρ’ ἀγγέλων δορυφορίας, ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος, καὶ ἐτάφη. Τῷ ὄντι γὰρ καὶ ζῶντος κατωρυγμένη αὐτοῦ ἦν ἡ ψυχή, ὡς τάφον περιφέρουσα τὴν σάρκα. Διὸ καὶ ἀποθανὼν οὐχ ὑπὸ ἀγγέλων ἀπάγεται, ἀλλ’ εἰς τὸν ᾅδην κατάγεται. Ὁ γὰρ μηδὲν ὑψηλὸν φρονήσας ποτὲ μηδ’ οὐράνιον, τοῦ κατωτάτου τόπου ἄξιος, τῷ γοῦν εἰπεῖν, ὅτι ἐτάφη, τοῦτο παρῃνίξατο ὁ Κύριος, ὅτι καὶ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ τὸν κατωτάτω τόπον καὶ ζοφώδη ἔλαχεν. «Καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὑτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν, καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με, καὶ πέμψον Λάζαρον, ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος, καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. Εἶπε δὲ Ἀβραάμ·
Μετάφραση
Τίποτε από αυτά δεν σκέφτηκε, αλλά υπέμενε καρτερικά με πολλή φιλοσοφία. Από πού είναι αυτό φανερό; Από το ότι οι άγγελοι τον υποδέχθηκαν όταν πέθανε. Διότι, εάν ήταν γογγυστής και βλάσφημος, δεν θα είχε αξιωθεί τέτοιας τιμής και τέτοιας τιμητικής συνοδείας από τους αγγέλους. Πέθανε δε και ο πλούσιος, και ετάφη. Πράγματι, διότι και όσο ζούσε, η ψυχή του ήταν θαμμένη, περιφέροντας τη σάρκα ως τάφο. Γι' αυτό και όταν πέθανε, δεν μεταφέρεται από αγγέλους, αλλά καταβιβάζεται στον άδη. Διότι, εκείνος που ποτέ δεν σκέφτηκε τίποτε το υψηλό ούτε το ουράνιο, είναι άξιος του κατώτατου τόπου· άλλωστε, λέγοντας ότι ετάφη, αυτό υπονόησε ο Κύριος, ότι και η ψυχή του έλαβε ως κλήρο τον κατώτατο και ζοφερό τόπο. «Και στον άδη, σηκώνοντας τα μάτια του, ενώ βρισκόταν σε βάσανα, βλέπει από μακριά τον Αβραάμ και τον Λάζαρο στους κόλπους του, και ο ίδιος φωνάζοντας είπε: Πάτερ Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε τον Λάζαρο να βουτήξει το άκρο του δακτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, διότι βασανίζομαι μέσα σε αυτήν τη φλόγα. Είπε δε ο Αβραάμ:»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες