δʹ. Ταῦτα καὶ πλείονα τούτων εἰπὼν, οὕτω τὸν βασιλέα συνέχεεν, ὡς ταυτὸ γενέσθαι, ὅπερ ἐπὶ τοῦ Ἰωσὴφ συνέβη γενέσθαι ποτέ. Καθάπερ γὰρ ἐκεῖνος τότε τοὺς ἀδελφοὺς ἰδὼν ἐβούλετο μὲν δακρύειν, ἔστεγε δὲ τὸ πάθος, ὥστε μὴ διαφθεῖραι τὴν ὑπόκρισιν· οὕτω δὴ καὶ ὁ βασιλεὺς ἐδάκρυε μὲν κατὰ διάνοιαν, οὐκ ἐδείκνυτο δὲ διὰ τοὺς παρόντας ἅπαντας· οὐ μὴν ἴσχυσεν εἰς τέλος κρύψαι τὸ πάθος, ἀλλὰ καὶ ἄκων ἠλέγχετο. Μετὰ γὰρ τὴν δημηγορίαν ταύτην οὐκ ἐδεήθη ῥημάτων δευτέρων, ἀλλ᾽ ἓν μόνον ἐφθέγξατο ῥῆμα, ὃ τοῦ διαδήματος αὐτὸν πολλῷ μειζόνως ἐκόσμησε. Τί δὲ τοῦτό ἐστιν; Καὶ τί θαυμαστὸν καὶ μέγα φησὶν, εἰ τοῖς ὑβρικόσιν ἀφήσομεν τὴν ὀργὴν ἀνθρώποις οὖσιν ἄνθρωποι καὶ αὐτοὶ τυγχάνοντες, ὅπου γε ὁ τῆς οἰκουμένης Δεσπότης ἐπὶ γῆς ἐλθὼν καὶ δι᾽ ἡμᾶς γενόμενος δοῦλος, καὶ παρὰ τῶν εὐεργετηθέντων σταυρωθεὶς ὑπὲρ τῶν σταυρωσάντων αὐτὸν παρεκάλει τὸν Πατέρα, λέγων, Ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι; τί τοίνυν θαυμαστὸν, εἰ τοῖς ὁμοδούλοις καὶ ἡμεῖς ἀφήσομεν; Καὶ ὅτι ταῦτα τὰ ῥήματα οὐχ ὑπόκρισις ἦν, ἔδειξε μὲν καὶ τὰ γεγενημένα ἅπαντα, οὐκ ἔλαττον δὲ τούτων καὶ τοῦτο, ὃ μέλλω νῦν ἐρεῖν αὐτὸν γὰρ τὸν ἱερέα τοῦτον βουλόμενον ἐκεῖ κοινῇ μετ᾽ αὐτοῦ τὴν ἑορτὴν ἐπιτελέσαι ταύτην, ἄκοντα κατηνάγκασε κατεπειχθῆναι καὶ σπεῦσαι, καὶ τοῖς πολίταις φανῆναι.
Μετάφραση
Δ΄. Λέγοντας αυτά και ακόμη περισσότερα, συγκλόνισε τόσο πολύ τον βασιλιά, ώστε να συμβεί το ίδιο ακριβώς που είχε συμβεί κάποτε στον Ιωσήφ. Διότι, όπως ακριβώς εκείνος τότε, βλέποντας τους αδελφούς του, ήθελε μεν να δακρύσει, αλλά συγκρατούσε το συναίσθημά του, για να μη χαλάσει την προσποίησή του, έτσι λοιπόν και ο βασιλιάς δάκρυζε μεν νοερά, δεν το φανέρωνε όμως εξαιτίας όλων των παρευρισκομένων. Δεν μπόρεσε εντούτοις να κρύψει μέχρι τέλους τη συγκίνησή του, αλλά προδόθηκε και παρά τη θέλησή του. Διότι μετά από αυτήν τη δημηγορία δεν χρειάστηκε δεύτερα λόγια, αλλά εξέφερε έναν μόνο λόγο, ο οποίος τον στόλισε πολύ περισσότερο από το διάδημα. Και ποιος είναι αυτός; «Και τι το θαυμαστό και μεγάλο», λέει, «εάν εγκαταλείψουμε την οργή μας απέναντι σε αυτούς που μας εξύβρισαν, αφού και εμείς τυγχάνει να είμαστε άνθρωποι όπως εκείνοι, τη στιγμή που ο Δεσπότης της οικουμένης, όταν ήλθε στη γη και έγινε δούλος για εμάς, και σταυρώθηκε από αυτούς που ευεργετήθηκαν, παρακαλούσε τον Πατέρα υπέρ εκείνων που τον σταύρωσαν, λέγοντας: "Άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι"· τι το θαυμαστό, λοιπόν, εάν και εμείς συγχωρήσουμε τους ομοδούλους μας;». Και ότι τα λόγια αυτά δεν ήταν υποκρισία, το απέδειξαν βέβαια όλα τα γεγονότα, αλλά όχι λιγότερο από αυτά και τούτο που πρόκειται τώρα να πω: διότι αυτόν ακριβώς τον ιερέα, που επιθυμούσε να τελέσει την εορτή εκεί από κοινού μαζί του, τον ανάγκασε παρά τη θέλησή του να βιαστεί, να σπεύσει και να εμφανιστεί στους πολίτες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες