Τὰς δὲ ἑτέρας δύο, ὧν ἡ μέν ἐστι μακαριστὴ ἡ παρὰ τοῦ Θεοῦ δοθεῖσα, ἡ δὲ ἐπαινετὴ ἡ παρ᾽ ἡμῶν καὶ τοῦ Θεοῦ κατορθουμένη, καὶ ἑλώμεθα καὶ ζηλώσωμεν. Τούτων δὲ τῶν δύο τὴν μὲν ὁ Δαυῒδ μακαρίζει λέγων· Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι· τὴν δὲ ὁ Παῦλος θαυμάζει, Γαλάταις γράφων, ὅτι Οἱ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν. Τῆς δὲ ἑτέρας συζυγίας τὴν μὲν εὐκαταφρόνητον εἶναί φησιν ὁ Χριστὸς λέγων· Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· τὴν δὲ φοβερὰν, Φοβήθητε γὰρ τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ. Διὸ ταύτην φυγόντες, ἐκείνην ἑλώμεθα τὴν νεκρότητα, τὴν μακαριζομένην καὶ θαυμαζομένην, ἵνα τῶν ἑτέρων τῶν δύο τὴν μὲν φύγωμεν, τὴν δὲ φοβηθῶμεν. Οὐδὲ γὰρ ὄφελος ἡμῖν οὐδὲν τὸν ἥλιον ὁρῶσι, καὶ ἐσθίουσι καὶ πίνουσιν, ἂν μὴ ἡ διὰ τῶν ἀγαθῶν ἔργων ζωὴ παρῇ. Τί γὰρ ὄφελος, εἰπέ μοι, βασιλέως ἁλουργίδα μὲν περικειμένου καὶ ὅπλα ἔχοντος, οὐδένα δὲ ὑπήκοον κεκτημένου, ἀλλὰ προκειμένου πᾶσι τοῖς βουλομένοις ἐνάλλεσθαι καὶ ὑβρίζειν αὐτόν; Οὕτω καὶ Χριστιανοῦ οὐδὲν ἔσται κέρδος πίστιν μὲν ἔχοντος καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος δωρεὰν, πᾶσι δὲ τοῖς πάθεσι ὑποκειμένου· μείζων γὰρ οὕτως ἡ ὕβρις ἔσται, καὶ πλείων ἡ αἰσχύνη.
Μετάφραση
Τις άλλες δύο όμως, από τις οποίες η μία είναι αξιομακάριστη επειδή έχει δοθεί από τον Θεό, ενώ η άλλη επαινετή επειδή κατορθώνεται από εμάς με τη χάρη του Θεού, ας τις επιλέξουμε και ας τις επιδιώξουμε με ζήλο. Από αυτές τις δύο, τη μεν πρώτη μακαρίζει ο Δαβίδ λέγοντας: «Μακάριοι εκείνοι των οποίων συγχωρήθηκαν οι ανομίες»· τη δε δεύτερη θαυμάζει ο Παύλος, γράφοντας στους Γαλάτες, ότι «Όσοι ανήκουν στον Χριστό σταύρωσαν τη σάρκα». Από το άλλο ζεύγος, τη μία ο Χριστός λέει ότι πρέπει να την περιφρονούμε, λέγοντας: «Μη φοβηθείτε από αυτούς που αποκτείνουν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να αποκτείνουν την ψυχή»· την άλλη όμως τη θεωρεί φοβερή: «Να φοβηθείτε μάλλον εκείνον που δύναται και την ψυχή και το σώμα να απολέσει στη γέεννα». Γι' αυτό, αποφεύγοντας αυτήν, ας επιλέξουμε εκείνη τη νεκρότητα, η οποία μακαρίζεται και θαυμάζεται, ώστε από τις άλλες δύο, τη μεν μία να αποφύγουμε, τη δε άλλη να φοβηθούμε. Διότι κανένα απολύτως όφελος δεν έχουμε να βλέπουμε τον ήλιο, να τρώμε και να πίνουμε, εάν δεν είναι παρούσα η ζωή των αγαθών έργων. Διότι ποιο είναι το όφελος, πες μου, ενός βασιλιά που φορεί μεν την πορφύρα και φέρει όπλα, αλλά δεν έχει κανέναν υπήκοο, παρά είναι εκτεθειμένος σε όλους όσοι επιθυμούν να του επιτεθούν και να τον υβρίσουν; Έτσι και για τον Χριστιανό δεν θα υπάρξει κανένα όφελος, εάν έχει μεν την πίστη και τη δωρεά του βαπτίσματος, υποτάσσεται όμως σε όλα τα πάθη· διότι έτσι η ύβρις θα είναι μεγαλύτερη και η αισχύνη περισσότερη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες