Πῶς οὖν πρὸ τοῦ ποιῆσαι τὸν κόσμον πανταχοῦ ἦν καί, τὸν κόσμον ποιήσας, ἐν τῷ κόσμῳ ἦν φαίνων καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐ κατέλαβεν; Προσέχετε μετὰ ἀκριβείας. Οὐ τόπῳ διέστη «ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν», φησίν, ὅτε τὸν αἰσθητὸν τοῦτον κόσμον παρήγαγεν ὁ Θεός, ἀλλὰ φύσει καὶ δόξῃ θεότητος, μηδὲν ἐκ τῶν γεγονότων δηλονότι προσεγγίσαν ἢ ὅλως καταλαβὸν αὐτόν· καὶ γὰρ ἀχώριστος ὢν τῶν πάντων, ἐν τοῖς πᾶσιν ἀριδήλως ἐστί. «Καὶ οὐδεὶς αὐτὸν ἐπιγινώσκει, φησίν, εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι.» Οὗτος οὖν ὁ ἐν τῷ κόσμῳ ὢν καὶ παρὰ τοῦ κόσμου ἀγνοούμενος, εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐκ ἐδέξαντο. Ἴδια δὲ αὐτοῦ τὸν κόσμον ἐκάλεσε καὶ τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ καὶ διὰ τὸν κτίστην αὐτὸν καὶ δεσπότην τούτων εἶναι καὶ διὰ τὴν ἐκ τῆς σαρκὸς συγγένειαν.
Μετάφραση
Πώς λοιπόν, πριν δημιουργήσει τον κόσμο, ήταν πανταχού παρών και, αφού δημιούργησε τον κόσμο, βρισκόταν μέσα στον κόσμο ακτινοβολώντας και ο κόσμος δεν τον κατανόησε; Προσέξτε με ακρίβεια. Δεν διαχωρίστηκε τοπικά «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών», λέει, όταν ο Θεός παρήγαγε αυτόν τον αισθητό κόσμο, αλλά ως προς τη φύση και τη δόξα της θεότητας, εφόσον, προφανώς, κανένα από τα δημιουργήματα δεν τον πλησίασε ούτε τον κατανόησε πλήρως· διότι, ενώ είναι αχώριστος από τα πάντα, βρίσκεται ολοφάνερα μέσα στα πάντα. «Και κανείς δεν τον γνωρίζει, λέει, παρά μόνον ο Υιός και σε όποιον θέλει ο Υιός να τον αποκαλύψει.» Αυτός λοιπόν, που βρισκόταν μέσα στον κόσμο και αγνοούνταν από τον κόσμο, ήλθε στα δικά του και οι δικοί του δεν τον δέχθηκαν. Δικά του δε, ονόμασε τον κόσμο και όσους βρίσκονται μέσα στον κόσμο, αφενός επειδή ο ίδιος είναι ο κτίστης και δεσπότης τους και αφετέρου λόγω της συγγένειας κατά τη σάρκα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες