Καὶ λοιπὸν σὺν θεῷ ὑποστάν, καὶ ἔνθεον καὶ σύνθεον γεγονός, οὐ ψιλάνθρωπα εἶχε τὰ ἀνθρώπινα, ἀλλὰ θεάνθρωπα, θεανδρικῶς μὲν καὶ ἀδιαστάτως τυγχάνοντα ἐν τῷ μοναδικῷ προσώπῳ Χριστοῦ, ὅμως φυλάττοντα ἀσύγχυτον ἑκατέρων τὴν οἰκείαν ἰδιότητα, καὶ δηλοῦντα σαφῶς, ὅτι τὰ μὲν τῶν φυσικῶν καὶ ἀδιαβλήτων ἡμῶν πραγμάτων ὁ Χριστὸς ἐν τῇ οἰκείᾳ σαρκώσει πεποίηκεν ὑπὲρ ἄνθρωπον, τὰ δὲ κατὰ ἄνθρωπον καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν κοινὸν τῆς ἡμῶν φύσεως, τινὰ δὲ πάλιν καὶ ταπεινοτέρως τῶν ἡμετέρων πραγμάτων ἐν τῇ οἰκείᾳ σαρκὶ διεπράξατο, ἵνα τὰ τῶν αἱρετικῶν ἐμφράξῃ στόματα. Τὸ γὰρ ὀφθῆναι τὸ εἶδος Χριστοῦ ἐν τῷ σταυρῷ ἄτιμον καὶ ἐκλεῖπον ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, ὥς φησιν Ἡσαΐας, καὶ πάλιν τὸ ὀφθῆναι ἄγγελον ἐνισχύοντα αὐτόν, καὶ τὸ πρὸ τῶν λῃστῶν τελευτῆσαι αὐτὸν ἐκ τῆς ὀδύνης τῶν ἥλων ἑκουσίως, καὶ τὸ μώλωπας καὶ τύπους τραυμάτων δεῖξαι ἐν ἀφθάρτῳ σώματι, καὶ τὸ ἐν εὐτελεστάτῃ μορφῇ κηπουροῦ ὁρᾶσθαι φύσιν ἀθανάτου καὶ πνευματικοῦ σώματος, καὶ τὸ ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας συναλίζεσθαι καὶ ἐσθίειν καὶ πίνειν καὶ συνδιαιτᾶσθαι βροτοῖς καὶ φθαρτοῖς ἀνθρώποις τὴν ἄχραντον ἐκείνην καὶ ἔνθεον καὶ ἀνενδεῆ καὶ ἄϋλον καὶ ἀθάνατον τοῦ δεσποτικοῦ σώματος μετὰ τὴν ἀνάστασιν φύσιν, ὄντως πάνυ πτωχείας τινὸς καὶ συγκαταβάσεως καὶ εὐτελείας καὶ ταπεινώσεως μὴ ἁρμοζούσης τῇ ἀθανάτῳ φύσει τοῦ παναγίου ἐκείνου σώματος Χριστοῦ τυγχάνει. Ταῦτα γὰρ ἅπαντα οὔκ εἰσιν ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον πτωχότερα τῆς καθ’ ἡμᾶς φύσεως· οὐδεὶς γὰρ ἀνθρώπων ἐκ νεκρῶν ἐν τῇ ἀναστάσει ἐγειρόμενος τοῦ λοιποῦ ἐσθίει καὶ πίνει βρώσιν ἰχθύων ὀπτῶν ἢ ἀπὸ μελισσίου κηρίον· οὐδεὶς δίκαιος, οὔτε δὲ ἁμαρτωλὸς ἀνίσταται ἔχων ἐν τῷ σώματι μώλωπας καὶ οὐλὰς καὶ τραυμάτων τύπους· οὐδεὶς δίκαιος ἐν εὐτελεστάτῃ μορφῇ κηπουροῦ ἐκ νεκρῶν ἀνίσταται, εἴγε τότε οἱ δίκαιοι λάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος.
Μετάφραση
Και πλέον, επειδή υπήρχε μαζί με τον Θεό και είχε γίνει ένθεο και σύνθεο, δεν είχε τα ανθρώπινα ως απλώς ανθρώπινα, αλλά ως θεανθρώπινα· αυτά υπήρχαν βέβαια θεανδρικά και αδιαστάτως στο μοναδικό πρόσωπο του Χριστού, ενώ όμως διατηρούσαν ασύγχυτη την ιδιαίτερη ιδιότητα της καθεμιάς από τις δύο φύσεις, και έδειχναν καθαρά ότι από τα φυσικά και αδιάβλητα δικά μας γνωρίσματα ο Χριστός, με τη δική του ενανθρώπηση, άλλα τα έπραξε υπεράνθρωπα, άλλα κατά άνθρωπον και σύμφωνα με τον κοινό νόμο της φύσεώς μας, και άλλα πάλι τα έπραξε μέσα στη δική του σάρκα ακόμη και πιο ταπεινά από τα δικά μας, για να φράξει τα στόματα των αιρετικών. Διότι το ότι η μορφή του Χριστού φάνηκε επάνω στον σταυρό άτιμη και εκλείπουσα περισσότερο από των υιών των ανθρώπων, όπως λέει ο Ησαΐας, και πάλι το ότι φάνηκε άγγελος να τον ενισχύει, και το ότι πέθανε πριν από τους ληστές εξαιτίας του πόνου των ήλων, με τη θέλησή του, και το ότι έδειξε μώλωπες και ίχνη τραυμάτων σε άφθαρτο σώμα, και το ότι φάνηκε με την ευτελέστατη μορφή κηπουρού, ενώ είχε τη φύση αθανάτου και πνευματικού σώματος, και το ότι επί σαράντα ημέρες συνευρισκόταν, έτρωγε, έπινε και συμβίωνε με θνητούς και φθαρτούς ανθρώπους, ενώ η φύση εκείνου του άχραντου, ένθεου, ανενδεούς, άυλου και αθανάτου δεσποτικού σώματος ήταν μετά την ανάσταση τέτοια, όλα αυτά πράγματι ανήκουν σε κάποια πτωχεία και συγκατάβαση και ευτέλεια και ταπείνωση, που δεν αρμόζει στην αθάνατη φύση εκείνου του παναγίου σώματος του Χριστού. Διότι όλα αυτά δεν είναι υπεράνθρωπα, αλλά είναι ακόμη και πτωχότερα από τη δική μας φύση· γιατί κανένας άνθρωπος, όταν ανασταίνεται εκ νεκρών κατά την ανάσταση, δεν τρώει πλέον και δεν πίνει τροφή από ψητό ψάρι ή από κηρήθρα μελιού· κανένας, ούτε δίκαιος ούτε αμαρτωλός, δεν ανασταίνεται έχοντας στο σώμα του μώλωπες και ουλές και ίχνη τραυμάτων· κανένας δίκαιος δεν ανασταίνεται εκ νεκρών με την ευτελέστατη μορφή κηπουρού, αφού τότε οι δίκαιοι θα λάμψουν όπως ο ήλιος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ιγʹ Συζήτησις περὶ τῶν χρήσεων τῶν πατέρων, ὧν προφέρουσιν ἡμῖν οἱ σευήρου κατὰ τῆς συνόδου Χαλκηδόνος, καὶ ἐπίλυσις αὐτῶν εὐσεβής