Τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. 7. Λείπεται δὴ καὶ τοὺς διδασκάλους τῆς ἐκκλησίας εἰσαγαγεῖν τῇ τοιαύτῃ δόξῃ συμφθεγγομένους καὶ ταύτην διὰ πάντων κρατύνοντας. Φησὶ τοίνυν ὁ μέγας Γρηγόριος ὁ θεολόγος ἐν τῷ εἰς Καισάριον τὸν ἀδελφὸν ἐπιταφίῳ τοιαῦτα· «Πείθομαι σοφῶν λόγοις, ὅτι ψυχὴ πᾶσα καλή τε καὶ θεοφιλής, ἐπειδὰν τοῦ συνδεδεμένου λυθεῖσα σώματος ἐνθένδε ἀπαλλαγῇ, εὐθὺς μὲν ἐν συναισθήσει καὶ θεωρίᾳ τοῦ μένοντος αὐτὴν καλοῦ γενομένη (ἅτε τοῦ ἐπισκοτοῦντος ἀνακαθαρθέντος ἢ ἀποτεθέντος ἢ οὐκ οἶδ’ ὅ τι καὶ λέγειν χρή), θαυμασίαν τινὰ ἡδονὴν ἥδεται καὶ ἀγάλλεται καὶ ἵλεως χωρεῖ πρὸς τὸν ἑαυτῆς δεσπότην, ὥσπερ τι δεσμωτήριον χαλεπὸν τὸν ἐνταῦθα βίον ἀποφυγοῦσα καὶ τὰς περικειμένας ἀποσεισαμένη πέδας, ὑφ’ ὧν τὸ τῆς διανοίας πτερὸν καθείλκετο, οἷον ἤδη τῇ φαντασίᾳ καρποῦται τὴν ἀποκειμένην μακαριότητα· μικρὸν δὲ ὕστερον καὶ τὸ συγγενὲς σαρκίον ἀπολαβοῦσα, ᾧ τὰ ἐκεῖσε συνεφιλοσόφησε, παρὰ τῆς καὶ δούσης καὶ πιστευθείσης γῆς, τρόπον ὃν οἶδεν ὁ ταῦτα συνδήσας καὶ διαλύσας Θεός, τούτῳ συγκληρονομεῖ τῆς ἐκεῖθεν δόξης· καὶ καθάπερ τῶν μοχθηρῶν αὐτοῦ μετέσχε διὰ τὴν συμφυΐαν, οὕτω καὶ τῶν τερπνῶν ἑαυτῆς μεταδίδωσιν, ὅλον εἰς ἑαυτὴν ἀναλώσασα καὶ γενομένη σὺν τούτῳ ἓν καὶ πνεῦμα καὶ νοῦς καὶ θεός, καταποθέντος ὑπὸ τῆς ζωῆς τοῦ θνητοῦ τε καὶ ῥέοντος».
Μετάφραση
Τότε οι δίκαιοι θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία των ουρανών. 7. Υπολείπεται λοιπόν να παραθέσουμε και τους διδασκάλους της Εκκλησίας, οι οποίοι ομοφωνούν με αυτή την πίστη και την εδραιώνουν παντοιοτρόπως. Λέει, λοιπόν, ο μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος στον επιτάφιο λόγο για τον αδελφό του Καισάριο τα εξής: «Πείθομαι στα λόγια των σοφών, ότι κάθε ψυχή καλή και θεοφιλής, όταν αφού λυθεί από το σώμα με το οποίο είναι συνδεδεμένη αναχωρήσει από εδώ, αμέσως, καθώς αποκτά συναίσθηση και θεωρία του αγαθού που την περιμένει (εφόσον εκείνο που την επισκότιζε έχει καθαριστεί ή αποβληθεί ή δεν ξέρω πώς αλλιώς πρέπει να το πω), αισθάνεται μια θαυμαστή τέρψη και αγάλλεται και πορεύεται ιλαρή προς τον Δεσπότη της, έχοντας ξεφύγει από την εδώ ζωή σαν από κάποιο σκληρό δεσμωτήριο και έχοντας αποτινάξει τα δεσμά που την περιέβαλαν, από τα οποία το φτερό της διάνοιας τραβιόταν προς τα κάτω, και οιονεί γεύεται ήδη νοερά την αποταμιευμένη μακαριότητα· λίγο αργότερα, αφού αναλάβει ξανά το συγγενικό της σώμα, με το οποίο συμπορεύτηκε στον κατά Θεόν βίο, από τη γη που της το έδωσε και στην οποία το είχε εμπιστευθεί, με τον τρόπο που γνωρίζει ο Θεός που τα συνέδεσε και τα διέλυσε, γίνεται μαζί με αυτό συγκληρονόμος της εκεί δόξας· και όπως ακριβώς συμμετείχε στις ταλαιπωρίες του λόγω της φυσικής τους ένωσης, έτσι του μεταδίδει και τις δικές της τέρψεις, αφομοιώνοντάς το ολόκληρο μέσα της και γινόμενη ένα με αυτό και πνεύμα και νους και θεός, αφού το θνητό και ρέον καταποθεί από τη ζωή».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες