Ἐγὼ τέως, ἄδελφέ μου γνήσιε, ὁπότε ὀκνηρὸς ἐγενόμην, οὐκ ἔδειξα ἐμαυτὸν ἰατρῷ, οὐδὲ φάρμακον ἐπέθηκα τραύματι, οὐ κατὰ ἀρετὴν ἀλλὰ κατὰ ὀκνηρίαν, παραιτούμενος τὸ πελασθῆναι ἐν πόλεσι καὶ κώμαις καὶ τὸ μὴ βαρῆσαί τινα καὶ ποιῆσαί τινα σκυλῆναι πρός με τὸν ἀνάξιον, φοβούμενος τὴν μέλλουσαν ἔσεσθαι ἐπαγγελίαν ἐν τῇ προσδοκωμένῃ ὥρᾳ τοῖς κατ’ ἐμέ. Ὁ δὲ δυνάμενος κατὰ ἀρετὴν ὑπενεγκεῖν μακάριός ἐστι, συμμέτοχος γὰρ γίνεται τῆς τοῦ ἐν ἁγίοις Ἰὼβ ὑπομονῆς. Μνημονεύω δὲ ὅτι καὶ πολλαὶ γυναῖκες ὑπέμειναν καρτεροῦσαι ἐν τοῖς σωματικοῖς πάθεσιν, ἀφεῖσαι τὸ πᾶν τῷ Θεῷ. Καὶ αἰσχύνομαι ἐγὼ ὁ τῷ ὀνόματι ἀνὴρ λεγόμενος. Καὶ ἡ αἱμορροοῦσα ἀφεῖσα τὴν προτέραν αὑτῆς κατάστασιν, μαθοῦσα ὅτι οὐδὲν αὐτὴν ἠδυνήθησαν ὠφελῆσαι οἱ σωματικοὶ ἰατροί, οἷς καὶ τὰ αὑτῆς ἐδαπάνησεν, ἔλαβε κατάστασιν ἄλλην καὶ προσέδραμε πρὸς τὸν μέγαν καὶ πνευματικὸν ἰατρὸν τὸν ἐπουράνιον, τὸν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα θεραπεύοντα, καὶ πρὸ κελεύσεως φοβηθὲν ἔφυγε τὸ πάθος. Καὶ ἡ Χαναναία ἀφῆκε τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, τοὺς γόητας, τοὺς ἐγγαστριμύθους, τοὺς μάντεις, ἰδοῦσα ὅτι ματαία ἦν αὐτῶν ἡ τέχνη καὶ δαιμονιώδης, καὶ προσέδραμε τῷ Δεσπότῃ κράζουσα· «Ἐλέησόν με υἱὲ Δαβίδ.» Καὶ ἀπὸ περάτων γῆς μέχρι τῶν περάτων αὐτῆς, κεκήρυκται πᾶσι τὸ γεγονὸς αὐτῇ παρὰ τοῦ φιλανθρώπου ἰατροῦ.
Μετάφραση
Εγώ μέχρι τώρα, γνήσιε αδελφέ μου, όταν κυριεύτηκα από οκνηρία, δεν έδειξα τον εαυτό μου σε ιατρό, ούτε τοποθέτησα φάρμακο σε τραύμα, όχι από αρετή αλλά από οκνηρία, αποφεύγοντας να πλησιάσω σε πόλεις και χωριά, ώστε να μην επιβαρύνω κανέναν και να μην προκαλέσω ταλαιπωρία σε κανέναν για εμένα τον ανάξιο, επειδή φοβόμουν την μέλλουσα ανταπόδοση την αναμενόμενη ώρα για όσους είναι σαν εμένα. Εκείνος όμως που μπορεί να υπομείνει από αρετή είναι μακάριος, διότι γίνεται συμμέτοχος της υπομονής του αγίου Ιώβ. Θυμάμαι δε ότι και πολλές γυναίκες υπέμειναν με καρτερία τις σωματικές ασθένειες, εμπιστευόμενες τα πάντα στον Θεό. Και εγώ ντρέπομαι που λέγομαι άνδρας μόνο κατ' όνομα. Και η αιμορροούσα, εγκαταλείποντας την προηγούμενη κατάστασή της, αφού κατάλαβε ότι σε τίποτα δεν μπόρεσαν να την ωφελήσουν οι ιατροί των σωμάτων, στους οποίους είχε δαπανήσει και την περιουσία της, υιοθέτησε άλλη στάση και προσέτρεξε στον μέγα και πνευματικό ιατρό, τον επουράνιο, αυτόν που θεραπεύει τις ψυχές και τα σώματα, και προτού καν δοθεί προσταγή, η ασθένεια φοβήθηκε και έφυγε. Και η Χαναναία άφησε τους ανθρώπους του κόσμου, τους μάγους, τους εγγαστρίμυθους, τους μάντεις, βλέποντας ότι η τέχνη τους ήταν μάταιη και δαιμονιώδης, και προσέτρεξε στον Δεσπότη κράζοντας: «Ελέησόν με, Υιέ Δαβίδ». Και από τα πέρατα της γης μέχρι τα άλλα της πέρατα, έχει κηρυχθεί σε όλους το θαύμα που της έκανε ο φιλάνθρωπος ιατρός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες