Τὸ δὲ ἀνίπτοις χερσὶ φαγεῖν, οὐ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.» Ἐπιτιμᾷ τοῖς μαθηταῖς ὁ Σωτήρ, καὶ ἀφροσύνην ὀνειδίζει, ἢ ὡς σκανδαλισθεῖσιν, ἢ ὡς ἀγνοήσασι τὸ σαφές· φησὶν οὖν, ὅτι Τοῦτο τὸ πᾶσι νοούμενον καὶ φαινόμενον οὐ νοεῖτε; ὅτι τὰ μὲν βρώματα οὐ μένει ἔσω, ἀλλὰ κάτω ἐξέρχονται, μηδὲν μολύνοντα κατὰ ψυχὴν τὸν ἄνθρωπον, οὐ γὰρ μένουσιν ἔνδον. Οἱ δὲ λογισμοὶ ἔσωθέν τε γεννῶνται, καὶ μένουσιν ἐκ ἵ, καὶ ἐξερχόμενοι, τουτέστιν, εἰς ἔργον προχωροῦντες καὶ εἰς πρᾶξιν, μολύνουσι τὸν ἄνθρωπον· ὁ γὰρ λογισμὸς τῆς πορνείας, ἔσωθέν τε μένων, μιαίνει, καὶ ἐξερχόμενος εἰς ἔργον καὶ πραττόμενος, κατασπιλοῖ. «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς, ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος· καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὀρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα, ἐκραύγαζεν αὐτῷ, λέγουσα· Ἐλέησόν με, Κύριε υἱὲ Δαυίδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον.» Τίνος ἕνεκεν τοὺς μαθητὰς κωλύσας εἰς ὁδὸν ἐθνῶν ἀπελθεῖν, αὐτὸς εἰς Τύρον καὶ Σιδῶνα, τὰς ἐθνικὰς πόλεις, παραγίνεται; Μάθε οὖν ὅτι οὐχ ὡς κηρύξων ἦλθεν ἐκεῖ, ἐπεὶ ὡς ὁ Μάρκος φησί, «καὶ ἔκρυψεν ἑαυτόν.» Ἄλλως τε, ἐπεὶ εἶδε τοὺς Φαρισαίους μὴ δεξαμένους τὸν περὶ βρωμάτων λόγον, μεταβαίνει ἐπὶ τὰ ἔθνη. Ἐλέησον δὲ λέγει, οὐχὶ τὴν θυγατέρα μου· ἐκείνη γὰρ ἀναισθητεῖ, ἀλλ’ ἐμὲ τὴν τὰ δεινὰ πάσχουσαν καὶ αἰσθανομένην.
Μετάφραση
«Το να φάει όμως κανείς με άπλυτα χέρια, δεν μολύνει τον άνθρωπο.» Ο Σωτήρας επιπλήττει τους μαθητές και τους ελέγχει για αφροσύνη, είτε επειδή σκανδαλίστηκαν είτε επειδή αγνόησαν το αυτονόητο. Λέει, λοιπόν: Δεν κατανοείτε αυτό που είναι γνωστό και φανερό σε όλους; Ότι οι τροφές δεν παραμένουν μέσα, αλλά εξέρχονται προς τα κάτω, χωρίς να μολύνουν την ψυχή του ανθρώπου, επειδή ακριβώς δεν παραμένουν μέσα. Οι λογισμοί, όμως, γεννιούνται εσωτερικά και παραμένουν εκεί, και όταν εξέρχονται, δηλαδή όταν προχωρούν σε έργο και σε πράξη, μολύνουν τον άνθρωπο. Διότι ο λογισμός της πορνείας, ενώ παραμένει μέσα, μιαίνει, και όταν βγαίνει σε έργο και πράττεται, καταλερώνει. «Και αφού βγήκε από εκεί ο Ιησούς, αναχώρησε για τα μέρη της Τύρου και της Σιδώνας. Και ιδού, μια γυναίκα Χαναναία, η οποία βγήκε από εκείνα τα σύνορα, του φώναζε λέγοντας: Ελέησέ με, Κύριε, Υιέ του Δαβίδ, η κόρη μου υποφέρει άσχημα από δαιμόνιο. Αυτός όμως δεν της απάντησε ούτε λέξη.» Για ποιον λόγο, ενώ εμπόδισε τους μαθητές να πάνε σε δρόμο εθνικών, ο ίδιος πηγαίνει στην Τύρο και στη Σιδώνα, τις εθνικές πόλεις; Μάθε, λοιπόν, ότι δεν πήγε εκεί για να κηρύξει, διότι όπως λέει ο Μάρκος, «και έκρυψε τον εαυτό του». Εξάλλου, επειδή είδε τους Φαρισαίους να μην αποδέχονται τον λόγο του περί των τροφών, μεταβαίνει στα έθνη. Λέει δε «Ελέησέ με», και όχι «ελέησε την κόρη μου», διότι εκείνη δεν έχει συναίσθηση, ενώ εγώ είμαι αυτή που πάσχω τα δεινά και τα αισθάνομαι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες