Ἤκουσα ὑμῶν λεγόντων πολλάκις, ὅτι οὐ δεῖ προσκυνεῖν Πνεύματι τῷ ἁγίῳ. Μακ. Καὶ γὰρ οὐ δεῖ. Ὀρθ. Καὶ πῶς νῦν λέγεις· Τί γὰρ ἐβλάπτετο ὁ ἅγιος Λὼτ προσκυνῶν τοῖς ἀγγέλοις; Μακ. Μὴ γὰρ ὡς Κυρίῳ τῷ Θεῷ προσκυνεῖ αὐτοῖς; Ὀρθ. Ἀνάγνωθι τὰ ἑξῆς. Μακ. Ἀνάγνωθι αὐτός. Ὀρθ. Μετὰ τὰ ἀναγνωσθέντα ἐπιφέρει, ὅτι ἐξένισεν αὐτούς· καὶ ἦλθον οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου ἐκείνου, ζητοῦντες παρανομῆσαι εἰς τοὺς ἄνδρας. Καὶ ὁ Λὼτ τὰς θυγατέρας ἐδίδου εἰς ὕβριν μᾶλλον ἢ τοὺς ἄνδρας. Καὶ ἐπιμενόντων τῶν Σοδομιτῶν τῇ ἀθέῳ γνώμῃ, ἐπεσπῶντο οἱ ἄγγελοι τὸν Λὼτ εἰς τὴν οἰκίαν, ἐκείνους δὲ ἐπάταξαν ἀορασίᾳ. Ἢ οὐχ οὕτως; Μακ. Οὕτως. Ὀρθ. Καὶ ἑξῆς γέγραπται· «Εἶπον δὲ οἱ ἄνδρες πρὸς Λώτ· Ἔστι σοι ὧδε γαμβρὸς, ἢ υἱοὶ, ἢ θυγατέρες; ἢ εἴ τίς σοι ἄλλος ἐστὶν ἐν τῇ πόλει, ἐξάγαγε ἐκ τοῦ τόπου τούτου. Ὅτι ἀπόλλυμεν ἡμεῖς τὸν τόπον τοῦτον, ὅτι ὑψώθη ἡ κραυγὴ αὐτῶν ἐναντίον Κυρίου, καὶ ἀπέστειλεν ἡμᾶς ὁ Κύριος ἐκτρίψαι αὐτήν.» Μακ. Ἀκούεις, ὅτι ὁμολογοῦσιν ἀπεστάλθαι παρὰ Κυρίου; Μὴ αὐτοὶ Κύριοί εἰσιν; Ὀρθ. Ἐὰν οὖν λέγῃ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις ὁ Σωτὴρ, ὅτι «Οὐκ ἀπεστάλην, εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ·» καὶ ἀλλαχοῦ· «Καθὼς ἀπέστειλέν με ὁ ζῶν Πατὴρ, καὶ ὁ πέμψας με ἐντολήν μοι δέδωκεν·» τί εἴπω, ἢ τί λαλήσω; Οὐκέτι ὁμολογεῖται Κύριος, ἐπειδὴ ἀπεστάλη; Μακ.
Μετάφραση
Σας άκουσα να λέτε πολλές φορές ότι δεν πρέπει να προσκυνούμε το Άγιο Πνεύμα. Μακ. Διότι πράγματι δεν πρέπει. Ορθ. Και πώς τώρα λες: «Σε τι άραγε έβλαπτε τον άγιο Λωτ που προσκυνούσε τους αγγέλους;» Μακ. Μήπως τους προσκυνούσε ως Κύριο και Θεό; Ορθ. Ανάγνωσε τα παρακάτω. Μακ. Ανάγνωσέ τα εσύ. Ορθ. Μετά τα όσα αναγνώστηκαν προσθέτει ότι τους φιλοξένησε· και ήρθαν οι άνδρες εκείνου του τόπου, ζητώντας να παρανομήσουν εις βάρος των ανδρών. Και ο Λωτ παρέδιδε για ατίμωση τις κόρες του μάλλον παρά τους άνδρες. Και επειδή οι Σοδομίτες επέμεναν στην άθεη πρόθεσή τους, οι άγγελοι τράβηξαν τον Λωτ μέσα στο σπίτι, ενώ εκείνους τους πάταξαν με αορασία [τύφλωση]. Ή δεν είναι έτσι; Μακ. Έτσι είναι. Ορθ. Και στη συνέχεια είναι γραμμένο: «Είπαν δε οι άνδρες προς τον Λωτ: Έχεις εδώ γαμπρό, ή γιους, ή κόρες; Ή εάν υπάρχει κάποιος άλλος δικός σου στην πόλη, βγάλε τον έξω από αυτόν τον τόπο. Διότι εμείς θα καταστρέψουμε αυτόν τον τόπο, επειδή υψώθηκε η κραυγή τους ενώπιον του Κυρίου, και μας απέστειλε ο Κύριος για να την εξολοθρεύσουμε.» Μακ. Ακούς ότι ομολογούν πως έχουν σταλεί από τον Κύριο; Μήπως είναι οι ίδιοι Κύριοι; Ορθ. Εάν λοιπόν στα Ευαγγέλια λέει ο Σωτήρας ότι «Δεν απεστάλην παρά μόνο στα χαμένα πρόβατα του οίκου Ισραήλ»· και αλλού: «Καθώς με απέστειλε ο ζων Πατήρ, και εκείνος που με έστειλε μου έδωσε εντολή», τι να πω, ή τι να λαλήσω; Μήπως δεν ομολογείται πλέον ως Κύριος, επειδή απεστάλη; Μακ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες