Διά τοι τοῦτο, Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἐβόα, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν. Καί, Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ’ οἱ κακῶς ἔχοντες. Καί, Ζητῆσαι, καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός, ἐληλυθέναι. Καί, Πρὸς τὰ πρόβατα, τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραὴλ ἀπεστάλθαι. Καὶ τὴν βασιλικὴν ἀνασώσασθαι εἰκόνα, ὑπὸ τὴν δυσωδεστάτην τῶν παθῶν κόπρον γεγενημένην παραγεγονέναι, διὰ τῆς δραχμῆς παραβολικῶς παρῃνίξατο. Καί, Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι χαρὰ γίνεται ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς, ἐπὶ ἑνὶ ἀμαρτωλῷ μετανοοῦντι. Διὰ τοῦτο τὸν λῃσταῖς περιπεσόντα, καὶ γυμνωθέντα πάσης περιβολῆς, καὶ ταῖς πληγαῖς ἡμιθανῆ γεγενημένον, οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ καὶ καταδέσμοις ἀνέῤῥωσε· καὶ ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἀναβιβάσας, τῷ πανδοχεῖ παρατίθεται· καὶ τὰ πρὸς ἐπιμέλειαν ἀρκοῦντα δούς, ἐπηγγείλατο καὶ τὰ προσδαπανώμενα δώσειν ἐπανερχόμενος. Διὰ τοῦτο πρὸς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἀσώτου υἱοῦ τὸν πανάγαθον πατέρα ἐπικλιθῆναί φησι, καὶ ἀσπασάμενον τὸν πρὸς αὐτὸν διὰ τῆς μετανοίας ἀναδραμόντα, τῷ κάλλει τῆς πατρικῆς πάλιν κατακοσμῆσαι δόξης, οὐδοτιοῦν περὶ τῶν προτέρων μεμψάμενον. Διὰ τοῦτο τὸ τῆς θείας ἑκατοντάδος ἀποφοιτῆσαν πρόβατον, ἐπὶ τὰ ὄρη καὶ τοὺς βουνοὺς πλανώμενον εὑρών, οὐκ ἐλαύνων, οὐδὲ μόχθῳ κατατρίβων πρὸς τὴν μάνδραν ἐπανήγαγε τῶν προβάτων· ἀλλὰ τῶν ὤμων ἐπιθεὶς τῶν ἰδίων, πρὸς τὰ σύννομα συμπαθῶς διεσώσατο.
Μετάφραση
Γι' αυτόν τον λόγο βροντοφώναζε: «Δεν ήρθα για να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια». Και: «Δεν έχουν ανάγκη από γιατρό οι υγιείς, αλλά οι άρρωστοι». Και (έλεγε) ότι έχει έρθει για να ζητήσει και να σώσει το χαμένο. Και ότι έχει σταλεί προς τα χαμένα πρόβατα του οίκου Ισραήλ. Και με την παραβολή της δραχμής υπαινίχθηκε παραβολικά ότι ήρθε για να διασώσει τη βασιλική εικόνα, η οποία είχε περιέλθει κάτω από την πιο δυσώδη κοπριά των παθών. Και: «Αλήθεια σας λέω ότι γίνεται χαρά στον ουρανό και στη γη για έναν αμαρτωλό που μετανοεί». Γι' αυτόν τον λόγο, εκείνον που έπεσε στα χέρια των ληστών, γυμνώθηκε από κάθε ένδυμα και απέμεινε μισοπεθαμένος από τις πληγές, τον θεράπευσε ρίχνοντας κρασί και λάδι και βάζοντας επιδέσμους· και αφού τον ανέβασε στο δικό του υποζύγιο, τον παραδίδει στον πανδοχέα· και δίνοντάς του τα αναγκαία για την περιποίησή του, του υποσχέθηκε ότι θα πληρώσει και όσα επιπλέον ξοδευτούν, όταν θα επιστρέψει. Γι' αυτό λέει ότι ο πανάγαθος πατέρας έσκυψε με ευσπλαχνία κατά την επιστροφή του ασώτου υιού, και αφού ασπάστηκε εκείνον που προσέτρεξε κοντά του μέσω της μετάνοιας, τον στόλισε και πάλι με την ομορφιά της πατρικής δόξας, χωρίς να τον μεμφθεί στο ελάχιστο για τα προηγούμενα. Γι' αυτό, το πρόβατο που είχε απομακρυνθεί από τη θεία εκατοντάδα, όταν το βρήκε να πλανάται στα όρη και τους λόφους, δεν το επανέφερε στη μάνδρα των προβάτων χτυπώντας το, ούτε καταπονώντας το με τον κόπο· αλλά, αφού το σήκωσε στους δικούς του ώμους, το διέσωσε με συμπόνια φέρνοντάς το κοντά στα υπόλοιπα του κοπαδιού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες