βεβαιοτάτην δὲ καὶ τὴν τῶν μαθητῶν ἀπόκρισιν ποιεῖται τοῦ πατρὸς αὐτὴν ἐπιμαρτυρόμενος εἶναι ἀποκάλυψιν, ὥστε, ὅτι μὲν θεοῦ υἱὸς οἵ τε ἀπόστολοι ἔφασαν καὶ ὁ πατὴρ ἀπεκάλυψεν καὶ ὁ υἱὸς ἐπιμαρτυρήσας συνωμολόγησεν· ὅτι δὲ ἄνθρωπος, αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ὁ υἱὸς ὁμολογήσας ἐξήρκεσεν· τὸ μὲν γὰρ ἄγνωστον τοῖς πολλοῖς καὶ πλείονος ἔδει παραστάσεως, τὸ δὲ πᾶσιν ἑορᾶτο καὶ μόνη ἐξήρκει ἡ τοῦ φοροῦντος ὁμολογία καὶ συγκατάθεσις. τὸ δὲ 〈σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέν σοι〉 ἀντὶ τοῦ· οὐδὲν σαρκικὸν καὶ γήινον ἤδη περὶ ἐμὲ φανταζομένῳ, ἀλλ᾽ ἀνωτέρω τῆς τῶν πολλῶν καὶ χαμαὶ συρομένων δόξης γεγονότι 〈ἀπεκάλυψέν σοι〉 καὶ τὴν ὑψηλοτάτην καὶ οὐράνιον γνῶσιν ὁ πατήρ, τὸ ἐπιγνῶναί σε, ὅτι φύσει καὶ ἀληθῶς εἰμι 〈υἱὸς τοῦ ζῶντος θεοῦ〉.
Μετάφραση
Καθιστά δε βεβαιότατη και την απόκριση των μαθητών, επιμαρτυρώντας ότι αυτή αποτελεί αποκάλυψη του Πατέρα, ώστε, το μεν ότι είναι Υιός του Θεού, και οι απόστολοι το ανέφεραν και ο Πατέρας το απεκάλυψε και ο Υιός, επιμαρτυρώντας, το συνομολόγησε· το δε ότι είναι άνθρωπος, αρκούσε να το ομολογήσει η ίδια η αλήθεια, ο Υιός. Διότι το πρώτο ήταν άγνωστο στους πολλούς και χρειαζόταν περισσότερη απόδειξη, ενώ το δεύτερο το έβλεπαν όλοι και αρκούσε μόνο η ομολογία και η συγκατάθεση εκείνου που έφερε την ανθρώπινη φύση. Το δε «σάρκα και αίμα δεν σου το απεκάλυψε» έχει την έννοια: επειδή δεν φαντάζεσαι πλέον τίποτα σαρκικό και γήινο για εμένα, αλλά έχεις ανέλθει πάνω από τη δοξασία των πολλών που σέρνονται στη γη, ο Πατέρας «σου απεκάλυψε» την υψηλότατη και ουράνια γνώση, το να επιγνώσεις δηλαδή ότι εκ φύσεως και αληθώς είμαι «Υιός του ζώντος Θεού».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες