Ἐπεὶ οὖν ἀπαγγέλλειν ἡμῖν μέλλει τὰ περὶ τοῦ ἀγαπητοῦ, ὃς τὴν οἰκονομίαν τῆς σαρκώσεως ὑπὲρ ἡμῶν ἀνεδέξατο, ὑπὲρ τῶν ἀξίων τῆς χάριτος ταύτης τὴν ᾠδὴν ταύτην ἐκδεδωκέναι τοῖς υἱοῖς Κορέ φησιν ὁ Προφήτης. ᾨδὴ γάρ ἐστι, καὶ οὐχὶ ψαλμός· διότι γυμνῇ φωνῇ, μὴ συνηχοῦντος αὐτῇ τοῦ ὀργάνου, μετ᾽ ἐμμελοῦς τῆς ἐκφωνήσεως παρεδίδοτο. ᾨδὴ δὲ ὑπὲρ τοῦ ἀγαπητοῦ. Ἆρά σοι διηγήσομαι τὸν ἀγαπητὸν, ὅντινα ὁ λόγος εἶναί φησιν; ἢ καὶ πρὸ τῶν ἡμῶν λόγων ἐπίστασαι, μεμνημένος τῆς ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ φωνῆς; Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε. Ἀγαπητὸς γὰρ τῷ Πατρὶ μὲν ὡς Μονογενὴς, τῇ κτίσει δὲ πάσῃ ὡς πατὴρ φιλάνθρωπος καὶ ἀγαθὸς προστάτης. Τὸ αὐτὸ δέ ἐστι τῇ φύσει καὶ ἀγαπητὸν καὶ ἀγαθόν. Διότι καλῶς ὡρίσαντο ἤδη τινὲς, ἀγαθὸν εἶναι οὗ πάντα ἐφίεται. Οὐ τοῦ τυχόντος δέ ἐστιν εἰς τὸ τέλειον χωρῆσαι τῆς ἀγάπης, καὶ τὸν ὄντως ἀγαπητὸν ἐπιγνῶναι· ἀλλὰ τοῦ ἐκδυσαμένου ἤδη τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, καὶ ἐνδυσαμένου τὸν νέον, τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος. Ἐπεὶ ὅ γε χρήματα ἀγαπῶν, καὶ περὶ τὸ φθαρτὸν τῶν σωμάτων κάλλος ἐπτοημένος, καὶ τὸ δοξάριον τοῦτο ὑπερτιμῶν, τὴν τοῦ ἀγαπᾷν δύναμιν ἐφ᾽ ἃ μὴ προσῆκεν ἀναλώσας, πρὸς τὴν τοῦ ἀληθινῶς ἀγαπητοῦ θέαν ἀπετυφλώθη.
Μετάφραση
Επειδή, λοιπόν, πρόκειται να μας αναγγείλει τα όσα αφορούν τον αγαπητό, ο οποίος ανέλαβε για χάρη μας την οικονομία της σαρκώσεως, ο Προφήτης λέγει ότι παρέδωσε την ωδή αυτή στους υιούς Κορέ υπέρ εκείνων που είναι άξιοι αυτής της χάριτος. Διότι πρόκειται για ωδή και όχι για ψαλμό· επειδή παραδιδόταν με γυμνή φωνή, χωρίς να συνηχεί με αυτήν κάποιο όργανο, μέσω εμμελούς απαγγελίας. Και είναι ωδή υπέρ του αγαπητού. Άραγε χρειάζεται να σου εξηγήσω ποιος είναι ο αγαπητός, για τον οποίο κάνει λόγο το κείμενο; Ή μήπως το γνωρίζεις ήδη, πριν από τα δικά μας λόγια, ενθυμούμενος τη φωνή του Ευαγγελίου: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευδόκησα· αυτόν να ακούτε»; Διότι είναι αγαπητός στον Πατέρα ως Μονογενής, και σε όλη την κτίση ως φιλάνθρωπος πατέρας και αγαθός προστάτης. Είναι δε εκ φύσεως το ίδιο πράγμα το αγαπητό και το αγαθό. Διότι ορθά έχουν ήδη ορίσει μερικοί, ότι αγαθό είναι εκείνο το οποίο τα πάντα επιθυμούν. Δεν είναι όμως ίδιον του καθενός τυχαίου το να φθάσει στην τελειότητα της αγάπης και να επιγνώσει τον όντως αγαπητό, αλλά αποτελεί γνώρισμα εκείνου που έχει ήδη απεκδυθεί τον παλαιό άνθρωπο, ο οποίος φθείρεται σύμφωνα με τις απατηλές επιθυμίες, και έχει ενδυθεί τον νέο, ο οποίος ανακαινίζεται προς επίγνωση σύμφωνα με την εικόνα Εκείνου που τον δημιούργησε. Επειδή, εκείνος που αγαπά τα χρήματα, και σαγηνεύεται από το φθαρτό κάλλος των σωμάτων, και υπερτιμά την ασήμαντη τούτη δόξα, καταναλώνοντας τη δύναμη της αγάπης σε πράγματα ανάρμοστα, έχει πλέον τυφλωθεί ως προς τη θέα του αληθινά αγαπητού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες