Οἱ δὲ ὥσπερ λυπηθέντες ἕτερόν τι πάλιν ὠμότερον καὶ ἀνόσιον ποιεῖν ἐπεχείρησαν, ὠμὸν μὲν πρὸς πάντας, ἁρμόζον δὲ τῇ χριστομάχῳ αὐτῶν αἱρέσει. ὁ μὲν γὰρ κύριος ἐνετείλατο τῶν πτωχῶν μνημονεύειν «καὶ πωλήσατε», λέγων, «τὰ ὑπάρχοντα καὶ δότε ἐλεημοσύνην» καὶ «ἐπείνων καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψων, καὶ ἐποτίσατέ με. ἐφ᾽ ὅσον γὰρ ἐποιήσατε ἑνὶ τῶν μικρῶν τούτων, ἐμοὶ ἐποιήσατε». οὗτοι δὲ ὡς τῷ ὄντι κατὰ Χριστοῦ φρονοῦντες καὶ ἐν τούτοις ἀντιπρᾶξαι τῷ βουλήματι αὐτοῦ τετολμήκασι. τοὺς γὰρ δεομένους καὶ τὰς χήρας, ἐπειδὴ τὰς ἐκκλησίας παραδέδωκεν ὁ δοὺξ τοῖς Ἀρειανοῖς, καὶ ἐν αὐταῖς διατρίβειν οὐκ ἠδύναντο, καθεζομένας, ἐν οἷς ὥρισαν αὐταῖς τόποις οἱ πεπιστευμένοι τὰς χήρας κληρικοί, ἐπειδὴ ἔβλεπον τοὺς ἀδελφοὺς προθύμως ἐπιδιδόντας αὐταῖς καὶ τρέφοντας τὰς χήρας, αὐτάς τε κατὰ τῶν ποδῶν τύπτοντες ἐδίωκον καὶ τοὺς παρέχοντας διέβαλλον τῷ δουκί. καὶ τοῦτο ἐγίγνετο μὲν διὰ Δυναμίου τινὸς στρατιώτου, φίλον δὲ ἦν τοῦτο Σεβαστιανῷ· παρὰ Μανιχαίοις γὰρ ἔλεος οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ καὶ ἐχθρόν ἐστι παρ᾽ αὐτοῖς τὸ ἐλεεῖν πένητα. ἦν τοίνυν καινὴ μέμψις καὶ δικαστήριον νῦν πρῶτον ἐπινοηθὲν παρ᾽ αὐτῶν· ἐπὶ εὐεργεσίᾳ τις ἐκρίνετο, καὶ ὁ μὲν ἐλεῶν κατηγορεῖτο, ὁ δὲ εὐεργετούμενος ἐτύπτετο· καὶ μᾶλλον ἤθελον πεινᾶν τὸν πένητα ἢ τὸν βουλόμενον ἐλεεῖν παρέχειν.
Μετάφραση
Αυτοί όμως, σαν να δυσαρεστήθηκαν, επιχείρησαν πάλι να πράξουν κάτι άλλο, πιο σκληρό και ανόσιο, το οποίο ήταν μεν σκληρό προς όλους, ταίριαζε όμως στη χριστομάχο αίρεσή τους. Διότι ο Κύριος έδωσε εντολή να μεριμνούμε για τους φτωχούς, λέγοντας: «πουλήστε τα υπάρχοντά σας και δώστε ελεημοσύνη», καθώς και: «πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και με ποτίσατε. Επειδή ό,τι κάνατε σε έναν από αυτούς τους ελάχιστους, το κάνατε σε εμένα». Αυτοί όμως, έχοντας πραγματικά φρόνημα ενάντια στον Χριστό, τόλμησαν και σε αυτά να ενεργήσουν αντίθετα προς το θέλημά Του. Διότι, όσους είχαν ανάγκη και τις χήρες —επειδή ο δούκας είχε παραδώσει τις εκκλησίες στους Αρειανούς και δεν μπορούσαν να παραμένουν σε αυτές, αλλά κάθονταν στους τόπους που τους είχαν ορίσει οι κληρικοί στους οποίους ήταν εμπιστευμένη η φροντίδα των χηρών— βλέποντας τους αδελφούς να τους προσφέρουν με προθυμία και να τρέφουν τις χήρες, αυτές τις έδιωχναν χτυπώντας τες στα πόδια, και εκείνους που τους παρείχαν βοήθεια τους κατηγορούσαν στον δούκα. Και αυτό γινόταν μέσω κάποιου στρατιώτη ονόματι Δυναμίου, και η πράξη αυτή ήταν αρεστή στον Σεβαστιανό· διότι στους Μανιχαίους δεν υπάρχει έλεος, αντιθέτως είναι εχθρική γι' αυτούς η ελεημοσύνη προς τον φτωχό. Πρόβαλε, λοιπόν, μια πρωτοφανής κατηγορία και ένα δικαστήριο που για πρώτη φορά επινοήθηκε από αυτούς: κάποιος δικαζόταν επειδή έκανε ευεργεσία, και εκείνος μεν που ελεούσε κατηγορούνταν, εκείνος δε που ευεργετούνταν ξυλοκοπούνταν. Και προτιμούσαν να πεινάει ο φτωχός, παρά να του προσφέρει βοήθεια όποιος επιθυμούσε να τον ελεήσει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες