Ἐμὲ γὰρ αὐτὸν σὺν τῇ προσούσῃ μοι ἐξουσίᾳ καὶ περιφανείᾳ ξεναγήσαντες, οὐ τοσοῦτον ἦν θαυμαστόν· αἰδούμενοι γάρ μου τὴν ἐξουσίαν ἢ δεδοικότες ἢ καὶ ποθοῦντες ἐδεξιώσασθε ἄν με, καὶ οὐκ ἂν ἦν τὸ πᾶν τῆς ὑμῶν προαιρέσεως, ἐκείνους δὲ τοὺς ἀδελφούς μου τοὺς ἐλαχίστους δεξιωσάμενοι, τῆς ὑμῶν προαιρέσεως τὸ πᾶν ὑπογράφεται, καί, «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε». «Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Τίνα δὲ ἄρα καὶ τούτων τὰ ἐγκλήματα καὶ τίς ἡ αἰτία δι’ ἣν κατηραμένοι λεχθήσονται καὶ πρὸς τὸ πῦρ ἐκπεφθήσονται τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ; «Ἐπείνασα γάρ», φησί, «καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με· γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με· ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με». Ὅρα ὅτι πρὸς πιστοὺς ἀνελεήμονας ἡ σφοδρὰ ταύτη ἀπειλὴ ἐκπεφώνηται· οὔτε γὰρ ζητεῖ ἐκ μιαρῶν καὶ ἀπίστων ἐλεημοσύνην Χριστός· ἀρκεῖ γὰρ εἰς ἀπώλειαν ἐκείνους ἡ ἀπιστία καὶ μόνη. (Ὅμως, ἐπεὶ πολλὰ περὶ ταύτης τῆς ἀποφάσεως προλαβὼν ὁ λόγος σὺν Θεῷ διελέχθη, οὐ βουλόμεθα καὶ ἄλλα προσθεῖναι καὶ μηκῦναι τὸν λόγον.) «
Μετάφραση
Διότι, αν φιλοξενούσατε εμένα τον ίδιο, με την εξουσία και τη λαμπρότητα που με συνοδεύει, δεν θα ήταν τόσο θαυμαστό· διότι, από σεβασμό στην εξουσία μου, ή από φόβο, ή ακόμη και από αγάπη θα με υποδεχόσασταν, και δεν θα οφειλόταν το παν στη δική σας προαίρεση. Όμως, με το να υποδεχθείτε εκείνους τους ελάχιστους αδελφούς μου, αποδεικνύεται ότι το παν οφείλεται στη δική σας προαίρεση, και, «εφόσον το κάνατε σε έναν από αυτούς τους ελάχιστους, το κάνατε σε εμένα». «Τότε θα πει και σε εκείνους που βρίσκονται στα αριστερά: Πηγαίνετε μακριά μου, καταραμένοι, στο αιώνιο πυρ που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του». Ποια είναι λοιπόν τα εγκλήματα αυτών και ποια η αιτία για την οποία θα ονομαστούν καταραμένοι και θα ριχτούν στο πυρ που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του; «Διότι πείνασα», λέει, «και δεν μου δώσατε να φάω· δίψασα, και δεν με ποτίσατε· ήμουν ξένος, και δεν με φιλοξενήσατε· γυμνός, και δεν με ντύσατε· ασθενής και στη φυλακή, και δεν με επισκεφθήκατε». Πρόσεξε ότι αυτή η σφοδρή απειλή έχει απευθυνθεί προς τους ανελεήμονες πιστούς· διότι ο Χριστός δεν ζητά ελεημοσύνη από τους μιαρούς και τους απίστους· αφού αρκεί για την απώλειά τους μόνο η απιστία. (Όμως, επειδή ο λόγος με τη χάρη του Θεού έχει ήδη εξετάσει πολλά προηγουμένως για αυτήν την απόφαση, δεν θέλουμε να προσθέσουμε και άλλα και να μακρηγορήσουμε.) «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες