Πᾶς γὰρ ὁ πιστεύων Θεὸν εἶναι τὸν Χριστόν, μύρον καταχέει εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Χριστοῦ· ὁ δὲ Ἰούδας ἐπιτιμήσας τῇ γυναικί, ὡς Ἰωάννης φησί, τύπον ἐπέχει τῶν Ἰουδαίων, τῶν ἔτι καὶ νῦν γογγυζόντων κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. «Τότε πορευθεὶς εἷς τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Ἰούδας Ἰσκαριώτης, πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπε· Τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ παραδώσω αὐτόν; Οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα ἀργύρια· καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν, ἵνα αὐτὸν παραδῷ.» Ὅτε ἡ ἀλλοτρία γυνή, ἡ πόρνη, τοσαύτην ἐπεδείξατο τιμήν, τότε ὁ μαθητὴς ἀπέρχεται προδώσων αὐτόν. Οὐ γὰρ μάτην κεῖται τό, τότε πορευθείς, ἀλλ’ ἵνα δείξῃ τὴν ἀναίδειαν τοῦ Ἰούδα· ὁ Ἰσκαριώτης δὲ προστίθησιν, ἵνα γνωριμώτερον αὐτὸν ποιήσῃ. Ἦν γὰρ καὶ ἕτερος Ἰούδας, ὁ καὶ Λεββαῖος. Οὗτος μέντοι ὁ προδότης ἀπὸ κώμης τινὸς ἦν, ἥτις ἐκαλεῖτο Ἰσκάρα.
Μετάφραση
Διότι καθένας που πιστεύει ότι ο Χριστός είναι Θεός, χύνει μύρο στο κεφάλι του Χριστού. Ο δε Ιούδας, επειδή επέπληξε τη γυναίκα, όπως αναφέρει ο Ιωάννης, αποτελεί τύπο των Ιουδαίων, οι οποίοι ακόμη και τώρα γογγύζουν εναντίον της Εκκλησίας. «Τότε, αφού πήγε ένας από τους δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας ο Ισκαριώτης, στους αρχιερείς, είπε: Τι θέλετε να μου δώσετε, και εγώ θα σας τον παραδώσω; Και εκείνοι του μέτρησαν τριάντα αργύρια. Και από τότε ζητούσε ευκαιρία για να τον παραδώσει». Όταν η ξένη γυναίκα, η πόρνη, έδειξε τόσο μεγάλη τιμή, τότε ο μαθητής αναχωρεί για να τον προδώσει. Διότι δεν αναφέρεται τυχαία το «τότε πορευθείς», αλλά για να δείξει την αναίδεια του Ιούδα. Το δε «Ισκαριώτης» προστίθεται για να τον καταστήσει πιο αναγνωρίσιμο. Διότι υπήρχε και άλλος Ιούδας, ο ονομαζόμενος και Λεββαίος. Αυτός όμως ο προδότης καταγόταν από κάποια κώμη, η οποία ονομαζόταν Ισκάρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες