Κεφάλαιον [εʹ] ἀποδεικτικὸν διὰ πραγμάτων ὅτι ἄλλο τὸ φυσικόν, ἄλλο τὸ σαρκικὸν καὶ ἕτερον πάλιν τὸ θεϊκὸν θέλημα. Διὰ πάντων τοίνυν τῶν προειρημένων διδασκόμεθα ὅτι ἕτερον μὲν τὸ θεῖον, ἕτερον δὲ τὸ ἀνθρώπινον, καὶ ἄλλο πάλιν παρὰ ταῦτα τὸ διαβολικὸν θέλημα, τουτέστι τὸ κατὰ φύσιν καὶ τὸ παρὰ φύσιν καὶ τὸ ὑπὲρ φύσιν. Κατὰ φύσιν μὲν γάρ ἐστι τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἀγαπᾶν τὴν ζωὴν καὶ μισεῖν τὸν θάνατον· οὐ μάτην δὲ οὔτε ἀκαίρως φύσει ἡ φύσις ἡ ἀνθρωπίνη φιλόζωός ἐστι καὶ μισοθάνατος, ἀλλ’ ὅτι ἀπαρχῆς ἀθάνατος καὶ ἄφθαρτος γέγονεν. Εἰκότως οὖν ἀγαπᾷ τὴν ἀθανασίαν εἰς ἣν γέγονε, καὶ μισεῖ τὸν θάνατον εἰς ὃν οὐ γέγονε. Καὶ τούτου χάριν καὶ ὁ θεόφρων Βασίλειος καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος οὐ φοβοθάνατον θέλημα ὠνόμασαν τὸ ἀνθρώπινον τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ φιλόζωον. Κατὰ δύο γὰρ τρόπους ἔπρεπε τῷ κατ’ αὐτὸν ἀνθρώπῳ ποθεῖν τὴν ζωήν, πρῶτον μὲν διὰ τὸ ἀπαρχῆς ἐπὶ ζωῇ γεγονέναι τὸν ἄνθρωπον, δεύτερον δὲ ὡς ἐκ ζωῆς τοῦ θεοῦ λόγου εἰς ὕπαρξιν ἀσπόρως ὑποστάντι καὶ αὐτὴν τὴν ζωὴν ὁμόζωον καὶ ἑτερόζυγον οὐσιωδῶς ἔχοντι καὶ τῇ πάντων ἀθανασίᾳ καὶ ἀφθαρσίᾳ ἡνωμένῳ, ἐπειδὴ πᾶσα ἀθανασία καὶ ζωὴ μισητῶς καὶ ἐναντίως πρὸς τὸν θάνατον διάκειται. Οὐκοῦν ὅταν ἴδῃς τὸ ἀνθρώπινον τοῦ Χριστοῦ ἀποστρεφόμενον τὸν θάνατον καὶ λέγον Πάτερ, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν μὴ τὸ ἐμὸν θέλημα γενέσθω, μηδαμῶς δειλιοθάνατον ἐν αὐτῷ ὑπονοήσῃς θέλημα, ἀλλὰ μισοθάνατον καὶ ὡς τῇ πάντων ζωῇ ἡνωμένον, φύσει φιλόζωον κατὰ τὴν τοῦ Κυρίλλου καὶ τοῦ μεγάλου Βασιλείου φωνήν. Εἰ τοίνυν τὸ ἀγαπᾶν τὴν ζωὴν φυσικόν ἐστι καὶ ἀδιάβλητον ἀνθρώπου θέλημα, ὡς ὁ λόγος ὑπέδειξε, τὸ σαρκικῶς ζῆν, τοῦτό ἐστι σαρκικὸν καὶ παρὰ φύσιν θέλημα, ὅπερ ἐν τῷ Χριστῷ οὐ γέγονεν, ἀλλὰ καὶ κατήργηται, τὸ δὲ καταφρονεῖν πάλιν τῆς ἐνθάδε ζωῆς, καθὰ καὶ οἱ μάρτυρες ἐποίησαν, τοῦτο θεϊκὸν καὶ ὑπὲρ φύσιν θέλημα, ὃ καὶ ὁ Χριστὸς ἐν αὐτῷ ἔδειξεν ἡνίκα εἶπεν ὅτι Τὸ πνεῦμα πρόθυμον· ὅτε δὲ ἐπήγαγεν Ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής, τὸ ἀνθρώπινον αὐτοῦ ἐσήμανε τὸ μισοθάνατον καὶ ἀγαπώμενον· τῷ αὐτῷ δὲ κανόνι δοκιμάσας εὑρήσεις διὰ πάσης τῆς τοῦ Χριστοῦ ζωῆς τὸ μὲν φυσικὸν καὶ θεό<σ>δοτον θέλημα ἀδιάβλητον, τὸ δὲ σαρκικὸν εὐκατάγνωστον, τὸ δὲ θεϊκὸν ἀξιέπαινον.
Μετάφραση
Κεφάλαιο [εʹ] αποδεικτικό, με βάση τα πράγματα, ότι άλλο είναι το φυσικό θέλημα, άλλο το σαρκικό και άλλο πάλι το θεϊκό θέλημα. Μέσα λοιπόν από όλα όσα προειπώθηκαν διδασκόμαστε ότι άλλο είναι το θείο, άλλο το ανθρώπινο, και άλλο πάλι, πέρα από αυτά, το διαβολικό θέλημα· δηλαδή άλλο το κατὰ φύσιν, άλλο το παρὰ φύσιν και άλλο το ὑπὲρ φύσιν. Διότι κατὰ φύσιν για τον άνθρωπο είναι να αγαπά τη ζωή και να μισεί τον θάνατο· και όχι μάταια ούτε άκαιρα η ανθρώπινη φύση είναι από τη φύση της φιλοζωική και μισοθάνατη, αλλά επειδή εξαρχής έγινε αθάνατη και άφθαρτη. Εύλογα, λοιπόν, αγαπά την αθανασία, για την οποία πλάστηκε, και μισεί τον θάνατο, για τον οποίο δεν πλάστηκε. Και γι’ αυτό και ο θεόφρων Βασίλειος και ο άγιος Κύριλλος δεν ονόμασαν το ανθρώπινο θέλημα του Χριστού φοβοθάνατο, αλλά φιλοζωικό. Διότι κατά δύο τρόπους έπρεπε ο άνθρωπος που υπήρχε σ’ Αυτόν να ποθεί τη ζωή: πρώτον, επειδή ο άνθρωπος από την αρχή δημιουργήθηκε για τη ζωή· και δεύτερον, επειδή, έχοντας λάβει ασπόρως την ύπαρξή του από τη ζωή του Θεού Λόγου, είχε μέσα του ουσιωδώς την ίδια τη ζωή, συγγενή προς αυτήν και αχώριστα συζευγμένη μ’ αυτήν, και ήταν ενωμένος με την αθανασία και την αφθαρσία των πάντων· αφού κάθε αθανασία και ζωή διάκειται μισητά και εχθρικά προς τον θάνατο. Όταν λοιπόν δεις το ανθρώπινο του Χριστού να αποστρέφεται τον θάνατο και να λέει· «Πάτερ, ας παρέλθει από μένα το ποτήρι αυτό· όμως ας μη γίνει το δικό μου θέλημα», να μη φανταστείς καθόλου ότι υπάρχει σ’ Αυτόν θέλημα δειλό μπροστά στον θάνατο, αλλά θέλημα που μισεί τον θάνατο και, ως ενωμένο με τη ζωή των πάντων, είναι από τη φύση του φιλοζωικό, σύμφωνα με τη φωνή του Κυρίλλου και του μεγάλου Βασιλείου. Εάν, λοιπόν, το να αγαπά κανείς τη ζωή είναι φυσικό και ακατηγόρητο ανθρώπινο θέλημα, όπως έδειξε ο λόγος, τότε το να ζει σαρκικά, αυτό είναι σαρκικό και παρὰ φύσιν θέλημα· κάτι που στον Χριστό δεν υπήρξε, αλλά και έχει καταργηθεί. Το δε να περιφρονεί κανείς την εδώ ζωή, όπως έκαναν και οι μάρτυρες, αυτό είναι θείο και ὑπὲρ φύσιν θέλημα, το οποίο και ο Χριστός έδειξε μέσα Του, όταν είπε ότι «το πνεύμα είναι πρόθυμο». Όταν όμως πρόσθεσε «η δε σάρκα είναι ασθενής», φανέρωσε το ανθρώπινο στοιχείο Του ως μισοθάνατο και φιλοζωικό. Και αν δοκιμάσεις με τον ίδιο κανόνα, θα βρεις σε όλη τη ζωή του Χριστού ότι το μεν φυσικό και θεόδοτο θέλημα είναι ακατηγόρητο, το δε σαρκικό ευκολοκατάκριτο, το δε θείο αξιέπαινο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- Κεφάλαιον [εʹ] ἀποδεικτικὸν διὰ πραγμάτων ὅτι ἄλλο τὸ φυσικόν, ἄλλο τὸ σαρκικὸν καὶ ἕτερον πάλιν τὸ θεϊκὸν θέλημα.