Ἀλλὰ καὶ προορῶν αὐτῶν τὸν ὄλεθρον ἔλεγεν· Οἱ φοβερισμοί σου ἐξετάραξάν με. Εἰ γὰρ καὶ τὰ μάλιστα διὰ τὴν ἀναισθησίαν οὐκ ἐτάραττον ἐκείνους οἱ διὰ τῶν προφητῶν ἀπειλούμενοι κατ᾽ αὐτῶν φοβερισμοὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ἐμὲ, φησὶν, ὁρῶντα τῶν φοβερῶν σου λόγων τὰς ἐκβάσεις, ἐξετάρασσον οἱ φοβερισμοί σου. Οὕτως οὖν διὰ τὰς ἐκείνων δυσσεβείας παρακαλῶν τὸν Πατέρα ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ τὴν ψυχὴν ὑπεραλγῶν καὶ δι᾽ αὐτοὺς ταραττόμενος, περίλυπος ἦν μέχρι θανάτου· ἐπειδὴ τὰ τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ σφοδρῶς ἐπέκειτο κατ᾽ αὐτῶν, ὡς μηδὲ τυγχάνειν τῶν εὐχῶν, ὧν ἀνέπεμπεν ὑπὲρ αὐτῶν· δι᾽ ὧν παρακαλῶν καὶ δεόμενος ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις προσέπιπτεν πρηνής τε κατὰ προσώπου κείμενος ἐβόα, Πάτερ, λέγων, εἰ δυνατὸν, παρελθέτω τὸ ποτήριον τοῦτο ἀπ᾽ ἐμοῦ· εἶθ᾽ ὁρῶν ἀνανεύουσαν τὴν βουλὴν τοῦ Πατρὸς, ἐπέφερε· Πλὴν ἀλλ᾽ οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾽ ὡς σύ. Καὶ δεύτερον ἀπελθὼν, ἐπὶ πρόσωπον πίπτει, καὶ προσεύχεται λέγων· Πάτερ, εἰ οὐ δύναται τοῦτο παρελθεῖν, ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου· καὶ τρίτον δὲ πορευθεὶς τὸν αὐτὸν λόγον προὔφερε. Διὸ δὴ ταῦτα σημαίνων καὶ διὰ τῶν προκειμένων ἔλεγεν· Ἵνα τί, Κύριε, ἀπωθεῖς τὴν ψυχήν μου, ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾽ ἐμοῦ; καὶ τὸ, Ἐπ᾽ ἐμὲ διῆλθον αἱ ὀργαί σου, οἱ φοβερισμοί σου ἐξετάραξάν με.
Μετάφραση
Αλλά και προβλέποντας τον όλεθρό τους έλεγε: Οι φοβερισμοί σου με συντάραξαν. Διότι, έστω κι αν εξαιτίας της αναισθησίας τους δεν τους τάραζαν καθόλου οι φοβερισμοί του Θεού που τους απειλούσαν μέσω των προφητών, εμένα όμως, λέει, που βλέπω τις εκβάσεις των φοβερών σου λόγων, με συντάρασσαν οι φοβερισμοί σου. Έτσι, λοιπόν, παρακαλώντας τον Πατέρα για χάρη τους εξαιτίας των δυσσεβειών τους, πονώντας βαθιά στην ψυχή και ταραζόμενος γι' αυτούς, ήταν περίλυπος έως θανάτου· επειδή τα της οργής του Θεού επικρεμόνταν σφοδρά εναντίον τους, ώστε να μην εκπληρώνονται ούτε οι προσευχές που ανέπεμπε για αυτούς· με τις οποίες παρακαλώντας και δεόμενος στα Ευαγγέλια έπεφτε μπρούμυτα και, με το πρόσωπο στη γη, φώναζε λέγοντας: «Πατέρα, αν είναι δυνατόν, ας παρέλθει από εμένα αυτό το ποτήριο». Έπειτα, βλέποντας την άρνηση της βουλής του Πατέρα, πρόσθετε: «Πλην όμως όχι όπως εγώ θέλω, αλλ' όπως εσύ». Και πηγαίνοντας για δεύτερη φορά, πέφτει με το πρόσωπο στη γη και προσεύχεται λέγοντας: «Πατέρα, αν δεν είναι δυνατόν να παρέλθει αυτό, χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου». Και αφού πήγε για τρίτη φορά, πρόφερε τα ίδια λόγια. Γι' αυτό, λοιπόν, υποδηλώνοντας αυτά και μέσα από τα προκείμενα έλεγε: «Γιατί, Κύριε, απωθείς την ψυχή μου, αποστρέφεις το πρόσωπό σου από εμένα;» και το, «Πάνω μου διήλθαν οι οργές σου, οι φοβερισμοί σου με συντάραξαν».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες