ΟΜΙΛΙΑ ΠΗʹ. Ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης. Περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἔκραξεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ, καὶ εἶπεν· Ἠλὶ, Ἠλὶ, λιμὰ σαβαχθανί; τουτέστι, Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες; Τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἑστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον, ὅτι Ἠλίαν φωνεῖ οὗτος. Καὶ εὐθέως δραμὼν εἷς ἐξ αὐτῶν, καὶ λαβὼν σπόγγον, πλήσας τε ὄξους, καὶ περιθεὶς καλάμῳ, ἐπότιζεν αὐτόν.
Μετάφραση
ΟΜΙΛΙΑ ΠΗ΄. Από την έκτη ώρα έπεσε σκοτάδι σε όλη τη γη έως την ένατη ώρα. Γύρω δε στην ένατη ώρα έκραξε ο Ιησούς με δυνατή φωνή και είπε: Ηλί, Ηλί, λιμά σαβαχθανί; Δηλαδή, Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες; Μερικοί δε από όσους στέκονταν εκεί, όταν το άκουσαν, έλεγαν ότι αυτός φωνάζει τον Ηλία. Και αμέσως έτρεξε ένας από αυτούς και, παίρνοντας έναν σπόγγο, τον γέμισε με ξύδι, τον στερέωσε σε ένα καλάμι και τον πότιζε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες