Οὐ γὰρ ἀμέτρως ἦσαν φιλόνεικοι, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπην ἐπεδείκνυντο καὶ τὴν ὑπακοὴν, καὶ πάντα πείθεσθαι ἐμελέτων τῷ Δεσπότῃ. Σκόπει δὲ πῶς ἐντεῦθεν αὐτὸν ἐνάγει, ἀφ᾽ ὧν μάλιστα ὑπώπτευε τὸ γινόμενον· οὐδὲ γὰρ εἶπεν, Οὕτω δίκαιόν ἐστιν, ἀλλ᾽, Οὕτω πρέπον ἐστίν. Ἐπειδὴ γὰρ ἀνάξιον αὐτοῦ μάλιστα εἶναι ἐνόμιζε τοῦτο, τὸ παρὰ τοῦ δούλου βαπτισθῆναι, τοῦτο μάλιστα τέθεικε τὸ πρὸς ἐκεῖνο ἀντιδιαστελλόμενον, ὡσανεὶ ἔλεγεν· Οὐχ ὡς ἀπρεπὲς τοῦτο φεύγεις καὶ διακωλύεις; δι᾽ αὐτὸ μὲν οὖν τοῦτο ἄφες, ὅτι καὶ μάλιστα πρέπον ἐστίν.
Μετάφραση
Διότι δεν ήταν υπερβολικά φιλόνεικοι, αλλά επεδείκνυαν και την αγάπη και την υπακοή τους, και μεριμνούσαν να υπακούν σε όλα τον Δεσπότη. Παρατήρησε δε πώς τον παρακινεί χρησιμοποιώντας εκείνα ακριβώς για τα οποία αμφέβαλλε ως προς αυτό που συνέβαινε· διότι δεν είπε: «Έτσι είναι δίκαιο», αλλά, «Έτσι είναι πρέπον». Επειδή, δηλαδή, (ο Ιωάννης) θεωρούσε ότι αυτό ήταν τελείως ανάξιο Εκείνου, το να βαπτιστεί από τον δούλο, ο Κύριος προέβαλε ακριβώς αυτό που αντιδιαστέλλεται προς εκείνη τη σκέψη, σαν να έλεγε: «Δεν το αποφεύγεις και το εμποδίζεις αυτό επειδή το θεωρείς απρεπές; Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, λοιπόν, άφησε να γίνει, επειδή είναι το πλέον πρέπον».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες