Πῶς γὰρ ἂν μὴ ἐμίσει δικαίως τὸ ψεῦδος ὁ φύσει ἀληθής; Πῶς δὲ καὶ ἀδικίαν οὐκ ἂν ἐβδελύξατο ὁ κρίνων δικαίως πᾶσαν τὴν γῆν; Ἢ πῶς τὸν ὅρκον ἀπεδέξατο ἂν ὁ καὶ πάλαι καὶ νῦν τοῦτον διακωλύων; «Ἠκούσατε», φησίν, «ὅτι ἐρρήθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως, μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ, μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ, μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως, μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα λευκὴν ἢ μέλαιναν ποιῆσαι. Ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν».
Μετάφραση
Διότι, πώς θα ήταν δυνατόν να μην μισεί δικαίως το ψεύδος Εκείνος που είναι εκ φύσεως αληθινός; Και πώς δεν θα αποστρεφόταν την αδικία Εκείνος που κρίνει με δικαιοσύνη ολόκληρη τη γη; Ή πώς θα αποδεχόταν τον όρκο Εκείνος που και παλαιότερα και τώρα τον απαγορεύει; «Ακούσατε», λέγει, «ότι ειπώθηκε στους αρχαίους: δεν θα επιορκήσεις, αλλά θα εκπληρώσεις τους όρκους σου προς τον Κύριο. Εγώ όμως σας λέγω να μην ορκίζεστε καθόλου· ούτε στον ουρανό, επειδή είναι θρόνος του Θεού, ούτε στη γη, επειδή είναι υποπόδιο των ποδιών Του, ούτε στα Ιεροσόλυμα, επειδή είναι η πόλη του μεγάλου Βασιλέως, ούτε στο κεφάλι σου να ορκιστείς, επειδή δεν μπορείς να κάνεις ούτε μία τρίχα λευκή ή μαύρη. Ας είναι δε ο λόγος σας ναι ναι, και όχι όχι· οτιδήποτε παραπάνω από αυτά προέρχεται από τον πονηρό».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες