Ταῦτα ἐκ τῆς παλαιᾶς· ἐπαπορήσεις ἐκ τῶν αὐτῶν ἀπίστων, ἐκ τῆς καινῆς διαθήκης. αʹ Τοῦ εὐαγγελίου μὴ λέγοντος, ὅτι ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου ἀνέστη ὁ Χριστός, πόθεν ὑμεῖς τοῦτο δείκνυτε; βʹ Τοῦ εὐαγγελίου ἄνω καὶ κάτω ἄνδρα τῆς Μαρίας καλοῦντος τὸν Ἰωσήφ, διὰ τί ὑμεῖς τοῦτο οὐ λέγετε; γʹ Καθὼς εἶπε τὸ εὐαγγέλιον τὴν ἄσπορον σύλληψιν τοῦ Χριστοῦ, πῶς οὐκ εἶπε καὶ τὴν ἄφθορον ἐκ παρθένου κύησιν, ὡς ὑμεῖς λέγετε; δʹ Τοῦ Ἰωάννου λέγοντος Μαρίαν ἀδελφὴν Μαρίας τῆς μητρὸς τοῦ Ἰησοῦ, πῶς ὑμεῖς τοῦτο οὐ λέγετε; εʹ Πῶς, εἰπὼν ὁ Χριστὸς ποιεῖν ἐν τῷ ᾅδῃ ἀπαραλλάκτως ὡς Ἰωνᾶς τρεῖς ἡμέρας ὁλοκλήρους καὶ τρεῖς νύκτας, οὐ πεποίηκεν αὐτὰς ὡς Ἰωνᾶς, καθάπερ προείρηκεν; ϛʹ Πῶς δὲ πάλιν ἐν μὲν τῷ ἑνὶ εὐαγγελιστῇ παραγγέλλει ὑμῖν φορεῖν καὶ ὑποδήματα καὶ ῥάβδον, ἐν δὲ τῷ ἄλλῳ εὐαγγελιστῇ κωλύει καὶ τὴν ῥάβδον καὶ τὰ ὑποδήματα; ζʹ Τῶν εὐαγγελιστῶν μηδαμοῦ λεγόντων, πόθεν ἔγνωτε, ὅτι ἐν σπηλαίῳ ἐτέχθη ὁ Χριστός; Οὐκ εἴρηται γὰρ τοῦτο ἐν τοῖς εὐαγγελίοις. ηʹ Εἰ, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν, ταῦτα ἐδίδαξε, πῶς ῥαπισθεὶς εἰς τὴν σιαγόνα οὐκ ἔστρεψε καὶ τὴν ἄλλην, ἀλλὰ καὶ ἐνεκάλεσε τῷ ῥαπίσαντι; θʹ Τοῦ εὐαγγελίου κτιστὸν ἤτοι γεννητὸν λέγοντος τὸν Χριστόν, πῶς ὑμεῖς μέρος μὲν αὐτοῦ λέγετε κτιστόν, μέρος δὲ ἄκτιστον; Ὁ γὰρ Ματθαῖός φησι· Βίβλος γενέσεως (ἤγουν ποιήσεως) Ἰησοῦ Χριστοῦ υἱοῦ Δαυὶδ υἱοῦ Ἀβραάμ. ιʹ Εἰ ἀπερίγραπτον λέγετε εἶναι τὸν θεὸν πληροῦντα ὁμοίως τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, πῶς ἐξ οὐρανοῦ κατῆλθεν ὁ λόγος καὶ πάλιν ἐκεῖ ἀνῆλθεν; ιαʹ Εἰ ἐν τῷ κόσμῳ ἦν ὁ θεὸς λόγος τῇ θεότητι καὶ πρὸ σαρκώσεως, ὡς λέγει Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστής, πῶς κατελθόντα αὐτὸν ἐξ οὐρανοῦ λέγετε ἐν τῇ μήτρᾳ τῆς Μαρίας; Ἐὰν γὰρ ὧδε ἦν καὶ πρὸ σαρκώσεως, πρόδηλον ὅτι οὐ κατῆλθεν. Εἰ δὲ ἐν τῇ σαρκώσει κατῆλθεν, εὔδηλον ὅτι ἐν τῷ οὐρανῷ περιγεγραμμένος ἦν καθὰ καὶ οἱ ἄγγελοι. ιβʹ Εἰ ἐκ τοῦ πατρός ἐστι καὶ ὁ υἱὸς καὶ τὸ ἅγιον πνεῦμα, εὔδηλον ὅτι πατὴρ ἀμφοτέρων ἐστί, καὶ γέννημά ἐστι καὶ τὸ ἅγιον πνεῦμα. Εἰ δὲ τοῦτο οὐ καταδέχεσθε ὁμολογεῖν, εἴπατε ἡμῖν, ποῖον πρῶτον καὶ ποῖον δεύτερον προῆλθεν ἐκ πατρός, ὁ υἱὸς ἢ τὸ ἅγιον πνεῦμα; Εἰ δὲ ἐν τῷ ἅμα προῆλθον, εὔδηλον ὅτι διδυμοτόκος ἐστὶν ὁ πατὴρ καὶ ἀδελφοθεΐαν ἔχουσιν ὁ υἱὸς καὶ τὸ πνεῦμα. Τίς δέ ἐστι καὶ ἡ διαφορὰ γεννήσεως καὶ ἐκπορεύσεως ἐπὶ τῆς ἀπεριγράπτου καὶ ἀμεταστάτου καὶ ἀχωρίστου θεότητος; ιγʹ Πόθεν δῆλον, ὅτι ὁ μὲν λόγος τοῦ θεοῦ ἐνυπόστατος θεός ἐστιν, ὁμοίως καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ θεοῦ θεός ἐστι καὶ ὑπόστασις θεοῦ, ὁ δὲ νοῦς τοῦ θεοῦ οὐκ ἔστιν ἄλλος θεὸς καὶ ἄλλη ὑπόστασις, οὐδὲ ἡ καρδία τοῦ θεοῦ, οὐδὲ ἡ δεξιὰ τοῦ θεοῦ, οὐδὲ ὁ βραχίων καὶ τὰ λοιπά, ὅσα λέγει ἡ γραφὴ ἐπὶ θεοῦ; ιδʹ Πῶς ἕνδεκα ὄντων τῶν μαθητῶν πρὸ τῆς Χριστοῦ ἀναλήψεως λέγει ὁ Παῦλος, ὅτι ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν ὤφθη τοῖς δώδεκα μαθηταῖς; Οὔπω γὰρ ἦν ὁ Ματθίας συγκαταριθμηθεὶς αὐτοῖς, οὐδὲ ὁ Παῦλος. ιεʹ Πῶς, ὑποσχόμενος ὁ Χριστὸς τοῖς δι’ αὐτὸν ἀποτασσομένοις ἀγρῶν καὶ γυναικὸς καὶ τέκνων καὶ χρημάτων ἑκατονταπλασίονα διδόναι ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, οὐ παρέσχεν αὐτοῖς ταῦτα, καθὼς ὑπέσχετο;
Μετάφραση
Αυτά από την Παλαιά· ακολουθούν και άλλες απορίες των ίδιων απίστων από την Καινή Διαθήκη. αʹ Αφού το Ευαγγέλιο δεν λέει ότι ο Χριστός αναστήθηκε ενώ ο τάφος ήταν σφραγισμένος, από πού το αποδεικνύετε εσείς αυτό; βʹ Αφού το Ευαγγέλιο αποκαλεί σε πολλά σημεία τον Ιωσήφ άνδρα της Μαρίας, γιατί εσείς δεν το λέτε αυτό; γʹ Όπως το Ευαγγέλιο είπε την άσπορη σύλληψη του Χριστού, γιατί δεν είπε και την άφθορη κύηση από παρθένο, όπως λέτε εσείς; δʹ Αφού ο Ιωάννης λέει ότι η Μαρία ήταν αδελφή της Μαρίας, της μητέρας του Ιησού, πώς εσείς δεν το λέτε αυτό; εʹ Πώς, ενώ ο Χριστός είπε ότι θα παραμείνει στον άδη απαραλλάκτως όπως ο Ιωνάς τρεις ολόκληρες ημέρες και τρεις νύχτες, δεν τις συμπλήρωσε όπως ο Ιωνάς, καθώς προείπε; ϛʹ Και πώς πάλι, ενώ στον έναν ευαγγελιστή σας παραγγέλλει να φορείτε και υποδήματα και ράβδο, στον άλλον ευαγγελιστή απαγορεύει και τη ράβδο και τα υποδήματα; ζʹ Αφού οι ευαγγελιστές δεν το λένε πουθενά, από πού μάθατε ότι ο Χριστός γεννήθηκε σε σπήλαιο; Διότι αυτό δεν αναφέρεται στα Ευαγγέλια. ηʹ Αν ο Ιησούς δίδαξε αυτά που πρώτα άρχισε να κάνει, πώς, όταν ραπίστηκε στο μάγουλο, δεν έστρεψε και το άλλο, αλλά και επέπληξε εκείνον που τον ράπισε; θʹ Αφού το Ευαγγέλιο λέει τον Χριστό κτιστό, δηλαδή γεννητό, πώς εσείς λέτε ότι ένα μέρος του είναι κτιστό και άλλο μέρος άκτιστο; Διότι ο Ματθαίος λέει: «Βίβλος γενέσεως» —δηλαδή δημιουργίας— «Ιησού Χριστού, υιού Δαβίδ, υιού Αβραάμ». ιʹ Αν λέτε ότι ο Θεός είναι απερίγραπτος, επειδή γεμίζει ομοίως τον ουρανό και τη γη, πώς ο Λόγος κατέβηκε από τον ουρανό και πάλι ανέβηκε εκεί; ιαʹ Αν ο Θεός Λόγος ήταν και πριν από τη σάρκωση στον κόσμο κατά τη θεότητά του, όπως λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, πώς λέτε ότι κατέβηκε από τον ουρανό στη μήτρα της Μαρίας; Διότι, αν ήταν εδώ και πριν από τη σάρκωση, είναι φανερό ότι δεν κατέβηκε. Αν όμως κατέβηκε κατά τη σάρκωση, είναι ολοφάνερο ότι ήταν περιορισμένος στον ουρανό, όπως και οι άγγελοι. ιβʹ Αν και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι από τον Πατέρα, είναι φανερό ότι ο Πατέρας είναι πατέρας και των δύο, και άρα και το Άγιο Πνεύμα είναι γέννημα. Αν όμως δεν δέχεστε να το ομολογήσετε αυτό, πείτε μας ποιο από τα δύο προήλθε πρώτο από τον Πατέρα, ο Υιός ή το Άγιο Πνεύμα. Αν πάλι προήλθαν ταυτόχρονα, είναι φανερό ότι ο Πατέρας είναι δίδυμοτόκος και ότι ο Υιός και το Πνεύμα έχουν αδελφοθεΐα. Και ποια είναι η διαφορά γεννήσεως και εκπορεύσεως στην απερίγραπτη, αμετάστατη και αχώριστη θεότητα; ιγʹ Από πού είναι φανερό ότι ο Λόγος του Θεού είναι ενυπόστατος Θεός, ότι ομοίως και το Πνεύμα του Θεού είναι Θεός και υπόσταση του Θεού, ενώ ο νους του Θεού δεν είναι άλλος Θεός και άλλη υπόσταση, ούτε η καρδιά του Θεού, ούτε η δεξιά του Θεού, ούτε ο βραχίονάς του και τα λοιπά, όσα η Γραφή λέει για τον Θεό; ιδʹ Πώς, ενώ οι μαθητές πριν από την ανάληψη του Χριστού ήταν ένδεκα, ο Παύλος λέει ότι, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς, εμφανίστηκε στους δώδεκα μαθητές; Διότι ούτε ο Ματθίας είχε ακόμη συγκαταριθμηθεί μαζί τους, ούτε ο Παύλος. ιεʹ Πώς, ενώ ο Χριστός υποσχέθηκε σε όσους απαρνούνται για χάρη του αγρούς και γυναίκα και παιδιά και χρήματα ότι θα τους δώσει εκατονταπλάσια σε αυτόν τον αιώνα, δεν τους τα έδωσε αυτά, όπως υποσχέθηκε;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- κβʹ Κεφάλαια γραφικὰ ἀπορηθέντα ἡμῖν ὑπὸ ἀπίστων. Καὶ Ἀνδρέου Νεστοριανοῦ κεφάλαιον