Πειθαρχήσωμεν, ἀδελφοί, τῷ βοῶντι καθ’ ἑκάστην πρὸς ἡμᾶς Θεῷ καὶ λέγοντι διὰ τῶν ἀποστόλων αὐτοῦ· «Οὔτε ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα», καὶ πάλιν· «Μὴ μεριμνήσητε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε ἢ τί πίητε ἢ τί ἐνδύσησθε, ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.» Ἵνα δὲ μὴ ἔχῃ τις λέγειν· «Ἐὰν βραδύνῃ τοῦ δοῦναι καὶ οὐκ ἔχω τι φαγεῖν, τί ποιήσομαι;» —«Τὰ πετεινά, εἶπε, βλέπετε τοῦ οὐρανοῦ, πῶς οὐ σπείρει, οὐδὲ θερίζει, οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά», καὶ ἐπάγων φησίν· «Οὐχὶ πολλῶν στρουθίων διαφέρετε ὑμεῖς, ὀλιγόπιστοι;» Ὡς ἂν δὲ μὴ γογγύζωμεν, ὀλιγοψυχοῦντες ἕνεκεν βρώματος ἢ πόματος, διαρρήδην βοᾷ πρὸς ἡμᾶς· «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.» Εἰ οὖν πιστεύεις Χριστῷ καὶ ἀψευδῆ τοῦτον εἶναι ὁμολογεῖς, ὅτε πεινάσεις ἢ διψήσεις καὶ οὐκ ἔχεις τι τοῦ φαγεῖν ἢ πιεῖν, ζητήσεις δὲ τὸν κελλαρίτην ἄρτον ἢ οἶνον ἢ βρώσιμόν τι καὶ οὐ παρέξει σοι ὑπὸ δουλειῶν ἐμποδιζόμενος ἴσως, ἐνθυμήθητι μνησθεὶς τῶν τοῦ Κυρίου λόγων καὶ εἶπον πρὸς ἑαυτόν· «Πεινῶ μὲν καὶ διψῶ, ἀλλ’ ὑπομένων ὑπομείνω τὸν Κύριον καὶ αὐτὸς ποιήσει κατὰ τὴν ἀσθένειάν μου καὶ οὐκ ἐγκαταλείψει με.»
Μετάφραση
Ας υπακούσουμε, αδελφοί, στον Θεό που καθημερινά κραυγάζει προς εμάς και λέει μέσω των αποστόλων Του: «Ούτε αν φάμε αποκτούμε περίσσευμα, ούτε αν δεν φάμε υστερούμαστε», και πάλι: «Μην μεριμνάτε για τη ζωή σας τι θα φάτε ή τι θα πιείτε ή τι θα ντυθείτε, αλλά ζητάτε πρώτα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Του και όλα αυτά θα σας προστεθούν.» Και για να μην μπορεί κάποιος να πει: «Αν αργήσει να δώσει και δεν έχω κάτι να φάω, τι θα κάνω;» —«Κοιτάξτε», είπε, «τα πουλιά του ουρανού, πώς δεν σπέρνουν, ούτε θερίζουν, ούτε μαζεύουν σε αποθήκες, και ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει», και προσθέτοντας λέει: «Δεν αξίζετε εσείς πολύ περισσότερο από πολλά σπουργίτια, ολιγόπιστοι;» Και για να μην γογγύζουμε, λιγοψυχώντας για χάρη του φαγητού ή του ποτού, μας φωνάζει ρητά: «Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν για τη δικαιοσύνη, διότι αυτοί θα χορτάσουν.» Αν, λοιπόν, πιστεύεις στον Χριστό και ομολογείς ότι Αυτός είναι αψευδής, όταν πεινάσεις ή διψάσεις και δεν έχεις κάτι να φας ή να πιεις, και ζητήσεις από τον κελάρη άρτο ή κρασί ή κάτι φαγώσιμο και δεν σου δώσει, ίσως επειδή εμποδίζεται από εργασίες, να θυμηθείς φέρνοντας στον νου τα λόγια του Κυρίου και να πεις στον εαυτό σου: «Πεινώ μεν και διψώ, αλλά με υπομονή θα περιμένω τον Κύριο και Αυτός θα ενεργήσει σύμφωνα με την ασθένειά μου και δεν θα με εγκαταλείψει.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες